Our baba doesn't say fairy tales

anti state communist news from the ex communist states

O μακρινός απόηχος μιας μεγάλης ιστορίας

makedonika

Τη φωτογραφία την είδαμε στο ενδιαφέρον blog Benjamin conti, συνοδευόμενη από ένα ενδιαφέρον σχόλιο, ως αντιπαράδειγμα στην ελληνική εθνική αφήγηση. Όμως η φωτογραφία αυτή κρύβει-ευτυχώς- πολλά περισσότερα.

Ήρθε στην επιφάνεια μια φωτογραφία από χωριό της Φλώρινας το 1949. Η φωτογραφία, στο φόντο έχει ένα κτήριο με γραμμένα συνθήματα του ΔΣΕ υπέρ της «σοσιαλιστικής νίκης» γραμμένα στα ελληνικά και στα μακεδονικά. Θα πρέπει να ξεκινήσουμε με το τι λέει το σύνθημα: Da zivee slobodnata makedonija vo ramkite na narodnorepublikanskata balkaska fedеracija-Ζήτω η ελεύθερη Μακεδονία στους κόλπους της λαϊκοδημοκρατικής βαλκανικής ομοσπονδίας. Εδώ λοιπόν διακυβεύονται πολλά, πολλά περισσότερα από την κρίση  που προκαλεί στην εθνική (αριστερή και μη) αφήγηση η διγλωσσία του τοίχου. Εδώ είναι ο μακρινός απόηχος μιας πανέμορφης ιστορίας χαμένης και αντιφατικής. Σε μια εποχή που το κεφάλαιο ήταν στα Βαλκάνια η νέα θεϊκή δύναμη που εμφυσούσε ζωή στους νεκρούς αυτοκρατορικούς κρατικούς θεσμούς, που μεταμφίεζε το θάνατο σε πρόοδο. Με αφορμή λοιπόν μια φωτογραφία.

Τα Βαλκάνια σε κρίση και σε συγκρότηση.

Κατά τη διαδικασία της εθνικής-κρατικής συγκρότησης, όπως σωστά παρατηρεί ο M.Kroh, το κράτος ως έθνος αναπτύσσεται πλήρως όταν σχηματίσει αστική και εργατική τάξη, παραγωγικές δομές, διανοητική ελίτ, κτλ. Η εργατική τάξη, και η αστική υπάρχουν ως τέτοιες αμφότερες μόνο στα πλαίσια της κρατικής μορφής του κεφαλαίου. Αυτό είναι το κοινό τους έδαφος. Το κράτος είναι η πολιτική μορφή της ενότητας των αντίπλαων τάξεων. Γιαυτό και συμμετέχουν από κοινού στην συγκρότηση του έθνους κράτους, καθώς από κοινού είναι αστικά υποκείμενα. Το έθνος κράτος δεν είναι απλά ένα ιδεολογικό/πολιτικό project της αστικής τάξης. Παρόλα αυτά, αυτή η ενότητα των υποκειμένων μέσα στο κράτος δεν μοιάζει δεδομένη, και τα υποκείμενα διεκδικούν μετά μέσα στο κράτος τις θέσεις και τους συσχετισμούς δύναμης τους. Εκεί συνήθως, μετά την περίοδο της «εθνικής απελευθέρωσης» παρατηρούνται πολιτικές μετατοπίσεις ή διασπάσεις των «εθνικοαπελευθερωτικών» συμμαχιών, οι οποίες όμως έχουν σαν κοινό τους άξονα το κράτος στο βαθμό που διεκδικούν την χειραφέτηση των αστικών ρόλων και ταυτοτήτων. Το αν βέβαια μπορεί να σταθεροποιηθεί η κρατική υπόσταση με αυτούς τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς και με τα μοντέλα που προτείνουν οι διάφορες τάξεις είναι μια άλλη ιστορία, που συνήθως επιλύεται με λυσσαλέο εσωτερικό ανταγωνισμό

Το continuum των κομμουνιστικών/σοσιαλιστικών και αστικών κινημάτων σε μια μεταβατική περίοδο.

Καθώς ήταν περίοδος μετάβασης, οι άνθρωποι τότε απέναντι σε διάφορα χαρακτηριστικά του κεφαλαίου αντλούσαν παραδείγματα αντίστασης από το προκαπιταλιστικό/προ-εθνικό παρελθόν τους, από τις αναπαραστάσεις μιας ζωής αποκεντρωμένης, μη εντατικοποιημένης, μικτής ταυτοτικά -ακόμα και πάνω στο ίδιο το άτομο, όχι μεταξύ ατόμων ή ομάδων μόνο- ατόμων που είχαν μάθει να ζουν και να κινούνται στον ενιαίο ανομοιογενή χώρο της βαλκανική οθωμανικής αυτοκρατορίας. Και προσπαθούσαν με κάποιο τρόπο να συνδυάσουν αυτά τα βιώματα του παρελθόντος με τα «όποια πλεονεκτήματα» του κεφαλαίου ή του έθνους κράτους ή βάσει αυτών των βιωμάτων να αντισταθούν σε άλλα στοιχεία των νέων μορφών κοινωνικής οργάνωσης του κεφαλαίου που θεωρούσαν αρνητικά. Δεν συνειδητοποιούσαν ακόμα ότι αυτοί οι κόσμοι ήταν εκ διαμέτρου αντίθετοι, η ετερογενής αγροτική κοινωνία του παρελθόντος δεν συνδυαζόταν με το νεωτερικό έθνος-κράτος. Χρειάστηκαν τραγικά γεγονότα, πολύ αίμα και συντριπτικές ήττες, όπως πάντα, για να βρεθεί αυτή η ιστορική γνώση. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών θέσεων που αναμείγνυαν από πολιτικές θέσεις του κεφαλαίου, του έθνους κράτους, του εμπορίου και της εκ-βιομηχάνησης με μια παράλληλη καχυποψία για τις πολύ σφιχτές εθνικές ταυτότητες μέχρι θέσεις που τις απέρριπταν εντελώς.

Στα πλαίσια του αναδυόμενου λοιπόν καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στα Βαλκάνια, στην πραγματική υπαγωγή του πλέον, αναδύθηκαν δύο μορφές κινημάτων και δύο κεντρικές ιδέες. Η μία πλευρά ήταν τα μαζικά, λαϊκά αστικά κόμματα, και διάφορες εθνικιστικές και πατριωτικές φιλεργατικές οργανώσεις που προωθούσαν την ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας ως χειραφέτησης, της συγκρότησης έθνους κράτους, σύγχρονου, καπιταλιστικού, δημοκρατικού ή μοναρχικού και εθνικού, ανεξάρτητου από την Οθ. Αυτοκρατορία. Αυτά τα κινήματα, είτε είχαν πιο μοναρχικό χαρακτήρα, είτε πιο αστικοδημοκρατικό, στηρίχθηκαν από πλατιά κομμάτια νέων εργατών, μικροεπαγγελματιών και αστών/διανοούμενων. Υπήρξαν τότε και ελάχιστες αριστερο-πατριωτικές οργανώσεις που είχαν μια τέτοια γραμμή δίνοντας έμφαση στο εργατικό στοιχείο, αλλά πάντα στα πλαίσια ενός ανεξάρτητου κυρίαρχου κράτους. Πάντως μέχρι το 1924 αυτές οι οργανώσεις ήταν λίγες, και την πολιτική ατζέντα του έθνους κράτους την μονοπωλούσαν οι «λαϊκοί-εθνικιστές», Από την άλλη δημιουργήθηκε η ιδέα της Βαλκανικής ομοσπονδίας, ήδη από πολύ νωρίς. Εδώ υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις οι οποίες αλληλοκαλύπτονται μερικές φορές με τις αμιγώς εθνικές δυνάμεις.

Η βαλκανική ομοσπονδία σε διαφορετικές εκδοχές και προσλήψεις. Μια γενεαλογία

 Θα πρέπει να ξεκαθαριστεί εξ αρχής ότι για την περίοδο που μιλάμε, καμιά θέση δεν είναι ξεκάθαρη, οι όροι εθνικιστής/διεθνιστής, αριστερά/δεξιά κτλ, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία ή δεν νοούνται ακριβώς με τους όρους του σήμερα και γιαυτό θα μπαίνουν σε εισαγωγικά.. Τότε όλοι ήταν επαναστάτες του καινούριου, του κεφαλαιοκρατικού κόσμου. Η ιδέα τότε της βαλκανικής ομοσπονδίας στηρίχθηκε από δύο πλευρές γιαυτό και υπάρχουν αρκετές εκδοχές της. Από τη μία κομμάτια της παλιάς πολυπολιτισμικής εμπορικής αστικής τάξης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν έβλεπαν θετικά την εθνική κατάτμηση του ενιαίου Βαλκανικού χώρου ενώ για αυτές αποτελούσε και δύσκολο πρόβλημα το ζήτημα της εδαφικοποίησης του έθνους σε μια τόσο ανομοιογενή και στενά γεωγραφική περιοχή, η ιδέα της ομοσπονδίας ή της οικοδόμησης μιας ευρύτερης ταυτότητας και κρατικής οντότητας αποτελούσε μια κάποια λύση. Από την άλλη κομμάτια κυρίως της βαλκανικής υπαίθρου, μικτά πολιτισμικά, ανομοιογενή, διάσπαρτα κατανεμημένα και σε μεγάλο βαθμό νομαδικά, έβλεπαν ότι η εθνική συγκρότηση θα έθετε όρια στην δραστηριότητα τους. Από αυτά τα κομμάτια προήλθε η πιο ριζοσπαστική εκδοχή της βαλκανικής ομοσπονδίας .Οι δύο αυτές τάσεις δεν θα πρέπει να ιδωθούν εντελώς αντιθετικά, αλλά σαν συγκοινωνούντα δοχεία .

Η πρώτη φορά που διατυπώνεται η ιδέα μιας βαλκανικής ομοσπονδίας δεν είναι από τα «αριστερά». Αντίθετα διατυπώνεται από τα «δεξιά», από κύκλους ρομαντικών-volkisch διανοούμενων στη Βουλγαρία και τη Σερβία. Αυτοί ήθελαν να επιλύσουν με κάποιο τρόπο το ζήτημα της απελευθέρωσης από την οθωμανική αυτοκρατορία και την καθυστερημένη τεχνολογική/εμπορική και οικονομική της επικηδεμονία και ταυτόχρονα, το τι θα γινόταν με το γλωσσικό και πολιτιστικό φάσμα των αγροτικών πληθυσμών, που έμοιαζε περισσότερο με ένα ετερογενές νομαδικό συνεχές παρά με κάτι σταθερό και ξεκάθαρο. Επίσης έβλεπαν με καχυποψία όπως ήδη αναφέρθηκε τον σκληρό εθνικό οικονομικό κατακερματισμό των Βαλκανίων και πίστευαν ότι θα πρέπει να υπάρχει ένας ενιαίος κρατικός φορέας ή μια ομοσπονδία. Αυτό ξεκινά ήδη από αστούς διανοούμενους όπως ο Ljudevit Gaj το 1830 ο οποίος στη Σερβία προσπαθούσε επίμονα να διατυπώσει μια κοινή βαλκανική-σλαβική κατα βάση- γλώσσα. Η τάση αυτή δέχτηκε σκληρή κριτική από την καθαρά εθνική τάση των αστών διανοούμενων που προωθούσαν μια ιδέα εθνικών επανάστασεων στα Βαλκάνια. Από το 1908 και μετά, αυτή η ιδέα εμφανίζεται ιδιαίτερα δημοφιλής και στα «λαϊκά στρώματα» των πόλεων της βαλκανικής. Τόσο στην περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας όσο και στη περιοχή τη Γιουγκοσλαβίας εμφανίζεται η ιδέα ενός ενιαίου ή ομοσπονδιακού βαλκανικού κράτους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων αστικών δυνάμεων που στήριζαν την ιδέα ενός ομόσπονδου ή συνομοσπονδιακού κράτους στα Βαλκάνια ήταν η οργάνωση της «νέας Βοσνίας», το «Γιουγκοσλαβικό κομιτάτο»,[1] ενώ χαρακτηριστικότερο παράδειγμα στην Βουλγαρία αποτελούσε το κόμμα και η κυβέρνηση Αγροτών, ένα κόμμα κεντρώο/αστικοδημοκρατικό, φανατικά ενάντια στις απεργίες ή το σοσιαλισμό το οποίο όμως υποστήριζε την ιδέα μια βαλκανικής συνομοσπονδίας και τελικά γιαυτό ανατράπηκε από βούλγαρους εθνικιστές. Τέκνο ή διασημότερη έκφραση αυτής της ευρύτερης αστικής τάσης μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί ο «γιουγκοσλαβισμός» μια ιδέα που προωθούσε την ένωση όλων των νότιων σλάβων κάτω από διάφορες μορφές κρατικής οργάνωσης, προωθώντας μάλιστα από ένα σημείο και μετά, κυρίως μετά τον Α’Παγκόσμιο πόλεμο την ιδέα ενός ενιαίου γιουγκοσλαβικού έθνους, πέρα από τις επιμέρους εθνικές ομάδες.

Η δεύτερη εκδοχή ήταν αυτή που άρχισε να εμφανίζεται μαζικά μεταξύ των βαλκάνιων αγροτών ήδη από το 1890, όταν ήταν εμφανές ότι ο τρόπος ζωής τους ήταν αυτός που βαλλόταν περισσότερο. Μεταξύ των βούλγαρων, βλάχων και άλλων σλαβόφωνων αγροτών των Βαλκανίων και ιδιαίτερα της περιοχής της Βουλγαρίας-Μακεδονίας, εμφανίζεται η εκδοχή για μια αναρχική/αγροτική ομοσπονδία όλων των εθνοτήτων. Την ιδέα αυτή εκφράζουν μέσα από πλήθος οργανώσεων. Εκεί αρχίζουν να εμφανίζονται αναρχικές και ομοσπονδιακές ιδέες μεταξύ των αγροτών, ως μορφή αντίστασης στην διαφαινόμενη εθνικοποίηση και προλεταριοποίηση του πληθυσμού. Αυτή η πολιτική τάση ήταν η άρνηση της νέας εργατικής ταυτότητας και η υπεράσπιση της νομαδικής και αγροτικής κοινωνίας. Πουθενά στα τότε γραπτά των πρώτων βούλγαρων διανοητών και μαχητών, δεν υπάρχει η λέξη προλετάριος. Από την άλλη υπάρχει πλήθος αναφορών στην πολυπολιτισμικότητα. Οι οργανώσεις που τους εκφράζουν είναι ανώνυμες και αντιφατικές. Η πιο γνωστή, η BMPO (ΕΜΕΟ-εσωτερική μακεδονική επαναστατική οργάνωση) ήταν μια ιδιαίτερη, πολύπλοκη και αντιφατική περίπτωση αλλά ιδιαίτερα πολυπληθής τότε. Ειρωνικά, σήμερα τόσο στη Μακεδονία όσο και στην Βουλγαρία είναι ακροδεξιά οργάνωση. Ξεκίνησε όμως ως μια περίεργη χαλαρή συμμαχία/συντονισμός μεταξύ εθνικιστών που στήριζαν τον ιδιαίτερα πυκνό σλαβικό  αγροτικό πληθυσμό της παρακμάζουσας οθωμανικής Μακεδονίας, και σοσιαλιστών/κομμουνιστών και αναρχικών που υποστήριζαν την αντικατάσταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας με μια αγροτική ομοσπονδία η οποία να μη ταυτίζεται ούτε με την Ελλάδα, ούτε με τη Σερβία ούτε με τη Βουλγαρία. Ο όρος «μακεδόνας» εδώ χρησιμοποιείται από τους αγρότες επαναστάτες ως «ομπρέλα» για να μην ταυτίζεται με τα γύρω κράτη. Κατά την εξέγερση του Ίλιντεν, αλλά και λίγο πριν είναι γνωστό ότι ανα περιοχή, ανάλογα με την πολιτική τάση που επικρατούσε μεταξύ των «οπλαρχηγών»  έγιναν και διαφορετικά κοινωνικά πειράματα, όπως η «Δημοκρατία του Κρούσεβο» ή οι βαρκάρηδες της Θεσσαλονίκης(γκεμίτζιτε). Παρόλα αυτά οι εθνικοί ανταγωνισμοί, το μίσος, και κυρίως η ανασφάλεια που δημιουργείται να μην είσαι υποκείμενο κανενός κράτους σε ένα κόσμο οργανωμένο από κράτη, μετά την ήττα του Ίλιντεν και την άγρια και μαζική καταστολή του κινήματος της μακεδονικής αυτονομίας από την Ελλάδα, τη Οθωμανική αυτοκρατορία και τη Βουλγαρία μαζί, η ΕΜΕΟ πρακτικά διαλύθηκε, η δεξιά και η αριστερή πτέρυγα αρχίζουν απόπειρες δολοφονιών η μια στην άλλη. Οι πιο αριστερές φράξιες της ή δολοφονήθηκαν ή εντάχθηκαν σε αριστερά κόμματα που δραστηριοποιούνταν στις γύρω χώρες, με μερικού από αυτούς να είναι πρωτοκλασάτα ονόματα στα ιδρυτικά στελέχη της Φεντερασίον της Θεσσαλονίκης αλλά και των Βουλγάρικων και μακεδονικών κομμουνιστικών κομμάτων, ενώ η δεξιά πτέρυγα της οργάνωσης, θα στραφεί ανοιχτά προς τον βουλγάρικο εθνικισμό. Σε όλα αυτά, καθοριστικός είναι ο ρόλος των αγροτών της περιοχής, όπου μετά την αποτυχία των διάφορων «σοσιαλιστικών πειραμάτων» και την ελληνική και βουλγαρική τρομοκρατία στην περιοχή (βλ.Μακεδονικός αγών), στράφηκαν σταδιακά προς την ιδέα του έθνους κράτους, και άρχισαν να διεκδικούν την ένταξη τους με εθνικούς όρους σε διάφορα από τα γύρω κράτη ή στη συγκρότηση νέου κράτους. Από εδώ, η πολυπολιτισμικότητα της Μακεδονίας, οι αντιφατικές πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις της εποχής, μιας εποχής μετάβασης, συνδέουν το ζήτημα της Βαλακανικής Ομοσπονδίας με το Μακεδονικό ζήτημα[3].

Η τρίτη εκδοχή είναι η πιο ενδιαφέρουσα και συνδυάζει τις παραπάνω. Η εθνική αφήγηση που θα επικρατήσει τελικά μέσα σε ένα έθνος κράτος, είναι μια πολύπλοκη διαδικασία και φυσικά είναι αποτέλεσμα ανταγωνισμού. Αυτός ο ανταγωνισμός παίρνει τη μορφή εθνοκαθάρσεων, σφαγών, πολέμων κτλ. Μετά το 1904 η ιδέα ενός Βαλκανικού ενιαίου χώρου χωρίς κράτος έχει εγκαταλειφθεί. Οι εντάσεις ανεβαίνουν. Οι πιο αριστερές τάσεις του γεωγραφικού αυτού χώρου αρχίζουν να μιλούν εκτενώς για συγκρότηση σοσιαλιστικών εθνικών κρατών-καθώς ο θεσμός του κράτους είχε αποδείξει πολλάκις τη δυναμική του, και θα το έκανε ξανά- τα οποία θα μπορούσαν να προστατέψουν τις αντίστοιχες εθνότητες και μετά θα ενωνόταν σε μια βαλκανική σοσιαλιστική ομοσπονδία. Εδώ αρχίζει να αναδύεται το Μακεδονικό ζήτημα ως εθνικό ζήτημα και φυσικά η ομογενοποιητική και κανονιστική λειτουργία του κρατικού μηχανισμού μπαίνει εδώ από το «παράθυρο». Η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας, κατοικημένη από πλήθος ομάδων με διαφορετικές γλώσσες ή και διαλέκτους, κυρίως αγροτικές, ήταν το τελευταίο κομμάτι που είχε μείνει κάτω από οθωμανικό έλεγχο μέχρι και το 1912, όταν γύρω γύρω είχε αρχίσει ήδη η εθνική ομογενοποίηση εντός των χωρών, στη Σερβία και στη Βουλγαρία χτίζονται σταδιακά κεντρικά εκπαιδευτικά συστήματα με τυποποιημένες γλώσσες από τα κράτη. Η Μακεδονία παραμένει ένα ανομοιογενές κομμάτι ανάμεσα σε ομογενοποιημένα. Σταδιακά από τους διάφορους σοσιαλιστές που συμμετέχουν σε διάφορες λενινιστικές οργανώσεις εμφανίζεται η ιδέα ότι μόνο ως διακριτό κράτος, εντός μιας βαλκανικής ομοσπονδίας θα μπορούσε αυτή η περιοχή να γλυτώσει τις σφαγές, ένα κράτος αρχικά εξ ορισμού πολυπολιτισμικό. Παρόλα αυτά ήδη είχε αρχίσει να διαφαίνεται ότι η στρατηγική της συγκρότησης κράτους, όποιο και αν είναι το αρχικό κοινωνικό υλικό της, έχει εμμενώς κανονιστική και ομογενοποιητική λειτουργία. Ο όρος Μακεδονία σε αντιπαραβολή με τους άλλους εθνικούς όρους, γινόταν και αυτός εθνικός. Κοντολογίς το κράτος και η κοινωνία «κάτω» από αυτό, πάντα αποκτούν διαλεκτικά μοναδιαίο χαρακτήρα μέσω της ομογενοποιητικής κυκλοφορίας της αξίας, των ελεύθερων εμπορευμάτων, και των κεντρικών αφηρημένων κρατικών συλλογικών μηχανισμώv, την εμφάνιση κοινωνικών νορμών που αναδίονται με την εμβάθυνση και γενίκευση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Ίσως όχι απαραίτητα γλωσσικη, αλλά μια συλλογική ταυτότητα βασισμένη σε «κάτι» πάντα υπάρχει, το οποίο είναι αποτέλεσμα και ταυτόχρονα προϋπόθεση της παραγωγικής εξουσίας της αξίας και του κράτους που αυτή συγκροτεί κοινωνικά, σχεδόν σε μοριακό επίπεδο. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν τα βαλκανικά κράτη συζητούσαν μεταξύ τους για τη συγκρότηση της ομοσπονδίας, δεν μπορούσαν ταυτόχρονα να απολέσουν πλήρως της εθνικές αξιώσεις επί συγκεκριμένων εδαφών, και κυρίως για τη Μακεδονία.

Οι διάφοροι σοσιαλιστές της ΒΜΡΟ μετά το 1904 φεύγουν και εισέρχονται σε σοσιαλιστικά κόμματα της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας των νεότουρκων αργότερα. Κομβικό ρόλο σε αυτές τις ζυμώσεις αρχίζει να παίζει ο  ρωσομαθής βούλγαρος Ντιμιτάρ Βλαγκόεβ. Ο Βλαγκόεφ συνδεδεμένος με τους επαναστατικούς κύκλους της Μόσχας ήδη από το 1885, γυρίζει ήδη το 1903-1904 στη Βουλγαρία όπου και διασπά το μικρό τότε Σοσιαλιδημοκρατικό-Βουλγαρικό κόμμα, σε «στενούς σοσιαλιστές» τους πιο ριζοσπάστες οι οποίοι υποστηρίζουν φανατικά την ιδέα μιας Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, και των «πλατειών σοσιαλιστών, πιο επικεντρωμένων στην εθνική συγκρότηση της Βουλγαρίας. Το κόμμα των «στενών» σοσιαλιδημοκρατών θα γίνει η μαγιά για το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό κόμμα, μετά από ζυμώσεις τόσο στη Βουλγαρία όσο και στην Ρωσία, στον περιβόητο κύκλο «Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών». Μέσω αυτών των ομάδων, και η ΕΣΣΔ ήταν υπέρ της συγκρότησης μιας μεγάλης ομοσπονδιακής δημοκρατίας στα Βαλκάνια, αν και μάλλον απ’ ότι φάνηκε μετά, η στάση της ήταν περισσότερο εργαλειακή παρά «κομμουνιστική». Κατά το 1922-1924 η ΕΣΣΔ μέσω του ΒΚΚ αλλά και των άλλων κομμουνιστικών κομμάτων της περιοχής επιχειρεί να ανασυστήσει το σχέδιο της Βαλκανικής ομοσπονδίας, ως μια συνομοσπονδία εθνών κρατών μέσω α) της πίεσης και της αναγνώρισης ότι όχι απλά η Μακεδονία είναι πολυπολιτισμική, αλλά την αποδοχή της ύπαρξης Μακεδονικού έθνους που έχει δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό και β) μέσω της προσπάθειας επανάκτησης της συνεργασία με τη[2] ΒΜΡΟ η οποία όμως απέτυχε, καθώς είχε πλέον πάρει σαφώς φιλοβουλγαρικό εθνικό/εθνικιστικό χαρακτήρα. Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε όμως ότι η κατάσταση στο «έδαφος» ήταν ιδιαίτερα αντιφατική και πολύπλοκη, η διαδικασία εθνοποίησης είχε πάρει άλλες διαστάσεις. Τα σχέδια για μια βαλκανική ομοσπονδία ήταν περισσότερο σχέδια επί χάρτου παρά πραγματικές δυνατότητες.

Η ВМРО , πραγματικά δραστήρια στη περιοχή είχε πλέον φιλοβουλγαρικό χαρακτήρα, ενώ μεγάλο κομμάτι των σλαβόφωνων είχε μετακινηθεί λόγω των εχθροπραξιών των προηγούμενων ετών  στις αντίστοιχες χώρες. Ταυτόχρονα ο ερχομός των προσφύγων στη Μακεδονία τάραξε και άλλαξε τα δεδομένα τόσο γλωσσικά όσο και πολιτικά. Για αυτούς η ιδέα μιας Βαλκανικής ομοσπονδίας, με μια «ανεξάρτητη πολυπολισμική μακεδονική κρατική οντότητα» ήταν κάτι ξένο όπως ήταν αναμενόμενο. H διαμεσολάβηση του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και οι κοινωνικές ανακατατάξεις που επέφερε κυρίως στη Μακεδονία, υπέσκαψαν τις πραγματικές κοινωνικές βάσεις ενός τέτοιου project. Παρόλα αυτά, το σχέδιο έμεινε αρκετά δημοφιλές, ως μακρινός απόηχος της πολυπολιτισμικής  ιστορίας του, μεταξύ των σλαβομακεδόνων της ελληνικής επικράτειας και κάποιων βλάχων, οι οποίοι έστω και στη συγκρότηση μιας κρατικής οντότητας στα πλαίσια μιας βαλκανικής ομοσπονδίας έβλεπαν τον μοναδικό τρόπο μη εκτοπισμού ή άγριας καταστολής. Το ΚΚΕ κάτω από τη πίεση των προλετάριων προσφύγων είναι το πρώτο που αποχωρεί από το σχέδιο το 1935. Το 1949 κάθε υπόνοια του σχεδίου εγκαταλείπεται. υπό την πίεση των αλλαγών της ταξικής πάλης και του εθνικού ζητήματος των προσφύγων από τη Μ. Ασία που συνέρρεαν στους κόλπους του ΚΚΕ στην Ελλάδα, και ήταν ιδιαίτερα αρνητικοί σε ένα τέτοιο σενάριο. Η βάση είχε αλλάξει δραματικά. Οι περιπέτειες του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και μετά, με τη ρήξη πλέον μεταξύ Τίτο, ΕΣΣΔ και Βουλγαρίας έπαιξαν επίσης ρόλο, καθώς ο Τίτο πλέον μέσω του Γιουκοσλαβισμού φαίνεται να προωθεί ένα σενάριο κρατικής ομοσπονδίας, συνδυάζοντας εκ νέου θα λέγαμε το τον πρώτο και τον τρίτο τύπο που αναλύθηκαν. Το ΚΚΕ αρχίζει να μιλάει για μια αόριστη νίκη της ΕΣΣΔ στα Βαλκάνια που θα λύσει το πρόβλημα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συζητά για αλλαγή συνόρων. Η ΝΟΦ  η σλαβομακεδονική οργάνωση του ΔΣΕ που υιοθετούσε ακόμα την θέση περί βαλκανικής ομοσπονδίας ανεξάρτητων κρατών μένει ουσιαστικά ξεκρέμαστη[3]. Το ΚΚΕ παρεμβαίνει. Η ΝΟΦ στο 5ο συνέδριο του ΚΚΕ το 49′ φιμώνεται. Μετά το ζήτημα έληξε. Ο εμφύλιος τέλειωσε. Η ιστορία ξεχάστηκε .

Το παιδί με το σκυλί, στέκεται μπροστά σε ένα τοίχο, με μια χαμένη ιστορία αγροτικών και εθνικών αγώνων 100 χρόνων από τη στιγμή της φωτογραφίας. Μιας ιστορίας που ήταν -κατά τον γράφοντα- δεδομένο να αποτύχει. Όλη η ιστορία των εθνών κρατών και των αγροτικών κινημάτων των Βαλκανίων είναι γραμμένη εκεί. Κάποιος χωριάτης, κάπου εκεί, έστω και διαστρεβλωμένο, είχε ακόμα το όνειρο της ξακουστή άλλοτε βαλκανικής ομοσπονδίας.

Υποσημειώσεις.

[1] Η/ο αναγνώστρια/ης θα πρέπει να έχει στο νου του ότι η σχέση μεταξύ της Σερβικής εθνικής ιδέας, του γιουγκοσλαβισμού και του γιουγκοσλαβικού Κομιτάτου δεν είναι εντελώς αντιπαραθετικές. Αν και είναι αλήθεια ότι οι Σέρβοι και οι Κροάτες εθνικιστές έβλεπαν πολύ αρνητικά το Γιουγκοσλαβικό σενάριο, από ένα σημείο και μετά είδαν σε αυτό το σχέδιο έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο και μέσο για την πλήρωση των σχεδίων τους. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις εσωτερικές εντάσεις και διασπάσεις του ίδιου του κομιτάτου.

[2] Την ίδια περίοδο διάφορες λιγότερο εθνικιστικές φράξιες ή αριστερές της ΒΜΡΟ συνεργάζονται τόσο με την σχετικά φιλελεύθερη κυβέρνηση του Σταμπλίνσκι στη Βουλγαρία όσο και με το ΒΚΚ. Με τον Σταμπλίνσκι από το 1922 συνεργάζεται μια ομάδα απου ονομαζόταν «ομοσπονδιακή μακεδονική οργάνωση», διάσπαση της BMPO, η οποία προωθεί όπως και ο ίδιος ο Σταμπολίνσκι μια γιουγκοσλαβική έκδοση της Ομοσπονδίας. Από το 1923 με τα κομμουνιστικά κόμματα συνεργάζεται μια φράξια της ΒΜΡΟ η οποία μετά το 1924 και την αποτυχία των διαπραγματεύσεων με την ΕΣΣΔ θα αποχωρήσει από την ΒΜΡΟ, θα ονομαστεί ΒΜΡΟ ενωτική και λίγο αργότερα θα ενταχθεί στο ΒΚΚ

[3] Σε μια περίοδο που τα γύρω γύρω κράτη είχαν σαφώς εθνικοποιηθεί και ομογενοποιηθεί, η ομοσπονδιακή ιδέα της ΝΟΦ δεν ήταν παρά μια απατηλή εκδοχή, ένα φάντασμα του μακρινού της παρελθόντος. Η ιδέα που προωθούσε η ΝΟΦ ήταν στη πραγματικότητα και αυτή εθνική και δεν χρίζει κάποιας ιδιαίτερης πολιτικής υπεράσπισης, αν και έχει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον. Εδώ είναι η πραγματική απόδειξη ότι τα έθνη «ούτε κατασκευάζονται» από τα πάνω, από την αστική τάξη ούτε από το κράτος, αλλά ούτε και είναι αυθύπαρκτα ιστορικά. Είναι ιστορικές κατασκευές, όχι κρατικές κατασκευές, είναι πραγματώσεις ενός υποκειμένου χωρίς υποκείμενο, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της ομογενοποιητικής κοινωνικής του διαδικασίας. Τα έθνη είναι πρώτα και κύρια αμοιβαίοι ετεροπροσδιορισμοί, μεταξύ δύο κοινοτήτων που σχηματίζονται και τείνουν να ομογενοποιούνται από τη καπιταλιστική κυκλοφορία και να αποκλείουν η μια την άλλη από την άμεση σφαίρα κυκλοφορίας τους. Τα έθνη είναι κοινωνικά παράγωγα, υπάρχουν ως τέτοια μόνο σε σχέση με άλλα έθνη ως εξωτερικούς προσδιορισμού τους. Η δημιουργία ενός έθνους στην άκρη του κόσμου, συνεπάγεται άμεσα τη δημιουργία του τελευταίου στην άλλη άκρη. Τα σύνορα είναι πάντα διπλά όρια, είναι τέλος αλλά και αρχή άλλων εθνών/κρατών, Τα πολλά έθνη είναι η αναγκαία προκείμενη για την ύπαρξη του ενός, γιαυτό και ποτέ οι αστικές κριτικές εθνικισμού δεν θα τον ξεπεράσουν. Από τη στιγμή που οι γύρω χώρες άρχισαν να ομογενοποιούν το εσωτερικό τους με βάση την εθνική τους ιδέα, είναι δεδομένο ότι και το μακεδονικό ζήτημα και ο όρος από ζήτημα ομπρέλα, θα έπαιρνε de facto χαρακτήρα κρατικής οντότητας και διεκδίκησης όπως και πήρε, άμεσα μετά το 1904, όταν όλοι είδαν ότι τα έθνη κράτη ήρθαν για να μείνουν ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Υπό αυτή την έννοια είναι μεθοδολογικό λάθος-πέρα από ιδεολογικό ψέμα- της ελληνικής και βουλγάρικης ιστοριογραφίας ότι το Μακεδονικό έθνος το έφτιαξε ο Τίτο. Το Μακεδονικό έθνος το έφτιαξε εξίσου η Σερβία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα σταδιακά και αθόρυβα, όταν οι ίδιες έφτιαχναν σταδιακά τους εαυτούς τους και το εθνικό τους discourse αποκλείοντας «κάποιους». Αυτοί οι κάποιοι μέσω της συνθήκης του αποκλεισμού έγιναν έθνος, και έφτιαξαν σταδιακά το δικό τους εθνικισμό, ομογενοποιήθηκαν μετά περαιτέρω, κατά παρόμοιο τρόπο που έγινε και η Ελλάδα και η Βουλγαρία πιο παλιά. Όσο «ψεύτικα έθνη» είναι αυτά, άλλο τόσο είναι και η Μακεδονία. Η ιδέα μιας βαλκανικής ομοσπονδίας ομοιογενών κρατών, ήταν το αποτέλεσμα της ήττας των αγροτικών επαναστάσεων στα Βαλκάνια., ήταν το απομεινάρι αυτή της κουλτούρας που παραδεχόμενη την ήττα προσπαθούσε να κρατήσει κάτι από το παρελθόν της. Αυτό φαίνεται και από το ότι οι Σλαβομακεδόνες κομμουνιστές έγιναν με εθνικούς όρους φίλα προσκείμενοι στο Μακεδονικό σοσιαλιστικό κράτος, που άρχισε έντονη διαδικασία γλωσσικής ομογενοποίησης από το 1945 και μετά, αλλά και ότι δεν είχαν λύση για το πραγματικό πρόβλημα που προέκυπτε από το αίτημα τους «τι θα γινόταν με όσους και όσες, για οποιοδήποτε λόγο, δεν ήθελαν να ενταχθούν σε ένα άλλα κράτος στη περιοχή τους» Βρίσκονταν δηλαδή στο ίδιο πρόβλημα που είχε και το ΚΚΕ από το 1924 και μετά, αλλά από την αντίστροφη.

Advertisements

4 comments on “O μακρινός απόηχος μιας μεγάλης ιστορίας

  1. Παράθεμα: O μακρινός απόηχος μιας μεγάλης ιστορίας | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

  2. Το πως ερμηνεύουμε και νοηματοδοτούμε το μακρινό παρελθόν που δεν μπορούμε να το αλλάξουμε εξαρτάται τα μέγιστα από τη θέση και τη στάση μας στο παρόν. Έτσι μια ριζοσπαστική κριτική σε ό,τι υπάρχει για το πρακτικό ξεπέρασμα αυτού του παρόντος δε σταματά να στρέφει το βλέμμα της στο παρελθόν για να αφουγκράζεται όλες τις ρήξεις και τις γέφυρες που μας φέρνουν ως εδώ.Νομίζω πως το παραπάνω κείμενο τα ενσαρκώνει όλα αυτά και με το παραπάνω. Και επειδή μου άρεσε πολύ και η υποσημείωση νο3 θα γράψω την ανοησία μου, κάποια λίγο-πολύ κούφια γενικά συμπεράσματα εκ του ασφαλούς ορμώμενος δεδομένης της απόστασης που με/μας χωρίζει από εκείνο το μακρινό παρελθόν με το οποίο καταπιάνεται το κείμενο. Ούτως ή άλλως το οποίο παρελθόν, μην το ξεχνάμε, δεν έχει απολύτως καμία αυταξία παρά μονάχα ως ένα ακόμα βέλος στη φαρέτρα που τεντώνει το τόξο της κριτικής ενάντια στο υπάρχον. Από την άλλη, αυτό καθόλου δε σημαίνει πως στον παρελθόν (μακρινό ή όχι δεν έχει και τόσο σημασία) δεν έγιναν οι όποιες απόπειρες για να μη φτάσουμε στα σημερινά “κούφια γενικά συμπεράσματα”. Ας δούμε όμως πια είναι αυτά.

    Το Έθνος δεν είναι καθόλου ένα ανιστορικό αστικό φαντασιακό που συγκροτείται αυθύπαρκτα αλλά τόσο η γενική προϋπόθεση όσο και το ιδιαίτερο αποτέλεσμα της ομογενοποιητικής διαδικασίας συγκρότησης του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου μέσω του Κράτους. Το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο δεν είναι παρά ο τρόπος ύπαρξης του καπιταλιστικού τρόπου αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής ως ολότητας θεμελιωμένης στην παραγωγή / κυκλοφορία / κατανάλωση της “αξίας” μέσω της “αφηρημένης εργασίας” (Μαρξ). Ως τέτοιο, το κοινωνικό κεφάλαιο, δεν μπορεί να είναι παρά Εθνικό και να υπάρχει μόνο “μαζί και ενάντια” σε όλα τα άλλα Κράτη-Έθνη. Η εργατική τάξη ως τάξη που παράγει/καταναλώνει εμπορεύματα, κερδίζει/ξοδεύει χρήματα δεν μπορεί παρά να εννοεί τον εαυτό της σύμφωνα με την Έννοιά της (για να εκφραστούμε λίγο όπως ο Χέγκελ), δηλαδή ως εθνική τάξη που ως τέτοια δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσωποποιημένο και ανταγωνιστικά ατομικοποιημένο μεταβλητό κεφάλαιο που πασχίζει με κάθε τρόπο να “αυτο-αξιοποιηθεί”. Το Κράτος/Έθνος ως πολιτική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας, ή με άλλα λόγια με το θεσμικό διαχωρισμό του από την οικονομία της αγοράς, διαμεσολαβεί με ποικίλους τρόπους (όπως αυτοί παράγονται συγκεκριμένα και ιστορικά, από “ωμή βία και κρεμάλες” μέχρι “εκλογές και σχολεία”) το σύγχρονο φετίχ των κοινωνικών σχέσεων ως πραγματικά μεταφυσικοποιημένων “κοινωνικών σχέσεων της αξίας” (Kurz, Barnes) και σε τελική ανάλυση το Κράτος/Έθνος είναι η πνευματική συγκολλητική “ουσία” όλων των αντιφάσεων και των ανταγωνισμών που αναπτύσσονται στους κοινωνικούς κόλπους αυτού του σύγχρονου ανιμιστικού φετίχ (Jappe), του κεφαλαίου που συσσωρεύεται, της “αξίας που αυτο-αξιοποιείται” σαν εκκοσμικευμένη θεότητα (Benjamin) και μυστηριακό “αυτόματο υποκείμενο” (Μαρξ). Αν έχει καθόλου νόημα να μιλάμε για κομμουνισμό στις μέρες μας – και είναι το μόνο πράγμα για το οποίο έχει νόημα να μιλάμε – ως μια άλλη μορφή κοινωνικής ζωής πέρα και έξω από τις πρακτικές και νοητικές κατηγορίες του κεφαλαίου, τότε το τρίπτυχο “ενάντια στο Κράτος, ενάντια στο Κεφάλαιο, ενάντια στην Εργασία” πρέπει να είναι αδιαχώρητο καθώς και αδιανόητο το καθένα “ενάντια” χωρίς τα άλλα δυο.

  3. zeolas
    23.12.2015

    ευχαριστώ για το σχόλιο. Συμφωνούμε αρκετά γενικά. Κάποιες διατυπώσεις του κειμενου συμπληρώθηκαν, καθως θελαμε να πουμε ακριβως αυτό και εμείς αλλα γραφοντας γρήγορα και σε ένα κείμενο που δεν είναι άμεσα σχετισμένο με τη θεωρία του έθνους κράτους, ξέφυγαν.

  4. Παράθεμα: αντιπαράδειγμα #03 “Ο μακρινός απόηχος μιας μεγάλης ιστορίας” | Benjamin conti

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Πλοήγηση

Αρέσει σε %d bloggers: