Our baba doesn't say fairy tales

anti state communist news from the ex communist states

Η πονηρή επιστήμη-Μια μικρή εισαγωγή στο ρωσικό παραμύθι

french 11

Μεταφράζουμε και παρουσιάζουμε το ρωσικό μεσαιωνικό παραμύθι «η πονηρή επιστήμη». Θέλουμε όμως να πούμε πριν δύο λόγια. Ποίος μπορεί να είναι ένας ουσιώδης λόγος για να μεταφραστεί και να παρουσιαστεί εν είδη κανονικού άρθρου ένα παραμύθι; Συνήθως τα παραμύθια  στον κοινό νου παίζουν δυο ρόλους. Απ’ τη μια για τα παιδιά, επιτελεί είτε έναν διδακτικό ρόλο-όπως δεν παραλείπουν να μας τονίζουν τα εγχειρίδια ανθρωπολογίας- το να μάθουν δηλαδή ποιοι είναι οι σωστοί κοινωνικοί ρόλοι, ποιοι ανταμείβονται και ποιοι όχι, είτε έχει έναν καταπραϋντικό χαρακτήρα, ηρεμώντας την αγωνία του παιδιού, και ικανοποιώντας την αίσθηση αδυναμίας με μια προσμονή σε ένα καλό τέλος ή μια τελική ανταμοιβή. Αυτή η δεύτερη διάσταση, σταθερή σίγουρα και στην ενήλικη ζωή γίνεται ευκολότερα παραδεκτή για τους ενηλίκους. Έτσι η αγωνία της ύπαρξης που συντροφεύει τον άνθρωπο σε όλη του τη ζωή, πέρα από τους αυθαίρετους διαχωρισμούς μεταξύ ενηλίκων και παιδιών, μαθαίνουμε ότι συνήθως παίζει με το παραμύθι  το ρόλο της φυγής και της περιπλάνησης σε φαντασιωσικούς κόσμους που ο πόνος και η αγωνία μετριάζονται. Έτσι από τη μια το παραμύθι νοείται ως κανονιστικό που διδάσκει ηθικούς κώδικες από την άλλη ως μια χρήσιμη αυταπάτη, κάτι σαν παυσίπονο. Προφανώς δεν θα ισχυριστούμε εδώ ότι το παραμύθι δεν έχει φτάσει να παίζει αυτούς τους δύο ρόλους, ή ότι δεν τους έπαιξε ποτέ. Και όμως αν μείνουμε εδώ, στον υπερτονονισμό αυτών των απλών και επιφανειακών χαρακτηριστικών, όλα τα στοιχεία του παραμυθιού μένουν ανερμήνευτα, και το ειδικό ερώτημα της παραμυθιακής λειτουργίας—σε τι δηλαδή συνίσταται η ειδική μορφή του παραμυθιού που του προσδίδει άλλο χαρακτήρα από μια απλή μορφή διδασκαλίας κανονιστικών αρχών ή αυταπατών –παραμένει μυστήριο. Θα πρέπει τους δύο πόλους να τους ενσωματώσουμε κάπως σε μια κοινή και ιδιαίτερη διάσταση.

Το παραμύθι έχει όντως διδακτικό χαρακτήρα αλλά δεν διδάσκει κανονιστικές αρχές και ακριβώς γιαυτό έχει ακόμα σαγηνευτικό χαρακτήρα, ενώ αντιστέκεται ενεργά στην εκτενή ενσωμάτωση στα σχολικά βιβλία, τα οποία μόνο πολύ τροποποιημένα έχουν καταφέρει να το ενσωματώσουν στην “εκπαίδευση”. Αυτό που διδάσκει το παραμύθι είναι η φυγή σε ένα κόσμο που η επιθυμία για έναν καλύτερο κόσμο μπορεί να φτιάξει το οχυρό της και να κρίνει από εκεί την «πραγματικότητα». Η ουτοπική διάσταση της παραμυθιακής λειτουργίας έγκειται σε τρία πράγματα:

α)την απεικόνιση ενός καλύτερου κόσμου με απουσία κάποιας αξιωματικής ή δεσπόζουσας που να ορίζει αυτόν τον κόσμο: εποχές και κοινωνικά μοντέλα μέσα στο παραμύθι ανακατεύονται με τρόπο αδιαχώριστο, οι αποστάσεις και ο χρόνος (ο χρονοτόπος) χάνουν την μετρήσιμη ή χρηστική διάσταση τους και υπάγονται στην επιθυμία και την αγάπη (όλες οι ήπειροι είναι διαπερατές για να βρεθεί το αντικείμενο της επιθυμίας). Το οικογενειακό πλέγμα, τόσο καθαγιασμένο στις μέρες μας και ιεροποιημένο, στο παραμύθι τσαλακώνεται ποικιλοτρόπως και καθίσταται εμφανές ότι οι δεσμοί αίματος δεν είναι δεδομένο ότι αποτελούν δεσμούς ποιοτικά ανώτερους. Η οικογένεια είναι κοινωνικό μόρφωμα και μπορεί να είναι το ίδιο σατανική με την κοινωνία που την μορφοποιεί. Πατεράδες απομυθοποιούνται, βασιλείς περιγελούνται και ευγενείς γίνονται αντικείμενο απάτης, δείχνοντας ότι δεν αποτελούν “άριστους” κάποιου είδους. Σε αντίθεση με τους καθαρά θρησκευτικούς υποσχεσιακούς μύθους του θρησκευτικού μεσσιανισμού ή της μεταθάνατον ζωής το παραμύθι δεν έχει ούτε θεό, ούτε γονείς ούτε κάποια ουσιοκρατία. Η λύτρωση είναι παράγωγη της δράσης των ηρώων και όχι της υπόσχεσης ενός ανώτερου θεού. Τα πάντα γίνονται, μεταμορφώνονται και οδηγούνται με τέτοιο τρόπο που να μην υπάρχει Αρχή. Γιαυτό και είναι λάθος να θεωρούμε τα σημερινά παιδικά εμπορικά και μετριασμένα παραμύθια, αντιπροσωπευτικά των παραμυθιών εν γένει. Το παραμύθι δείχνει την κοινωνική διάσταση του ανθρώπου και αυτό του διδάσκει, το γεγονός δηλαδή ότι η οικογένεια, το βασίλειο, ο έρωτας, η αγάπη και η φύση αποτελούν πεδία ελευθερίας και πεδία εμποδίων ταυτόχρονα, ανάλογα την κοινωνική στιγμή, ανάλογα δηλαδή του ποια και ποιόν έχεις απέναντι σου, πως επιδρά σε εσένα και εσύ σε αυτόν.

β) η παραμυθιακή λειτουργία είναι φυγή, αλλά όχι μια υπερβατική φυγή στον μύθο και την θρησκευτικότητα ούτε στην φαντασίωση. Αυτό είναι εμφανές από τον εκτενή ζωομορφισμό και την μαγεία της παραμυθιακής λειτουργίας, διάσταση που σήμερα είτε εκδιώχνεται σταδιακά από τα παραμύθια εμπορίου, καθώς “μαθαίνει στα παιδιά να πιστεύουν βλακείες” είτε θεωρείται απλά ένα αστείο διασκεδαστικό υπόλειμμα. Σπάνια δίνεται προσοχή στο γεγονός ότι ο ζωομορφισμός και η μαγεία στα παραμύθια αποτυπώνουν μια φυγή στην εμμένεια και όχι σε έναν άλλο υπερβατικό κόσμο: ο άνθρωπος γίνεται χρυσόψαρο, πουλί, δέντρο, φωνή και αχτίδα ηλίου χωρίς να υπάρχει κάτι περίεργο. Αφενός η μαγεία θεωρείται κάτι πέρα από τον άμεσο, εμπειρικό, φυσικό κόσμο, από την άλλη όμως είναι εμμενής σε αυτόν, δεν υπόσχεται την λύτρωση κάπου αλλού αλλά υπόσχεται να δείξε στον ήρωα κάτι πέρα από τον εαυτό του αλλά εντός αυτού του κόσμου: το πως νιώθει ένα άλογο, ένα πουλί, πως είναι να πεθαίνεις σαν κόκορας ή να γίνεσαι σπόρος. H μαγεία αφενός είναι κάτι ιδιαίτερο αφετέρου είναι, σχεδόν σε όλα τα παραμύθια, μια ιδιαίτερη τέχνη μέσα στις άλλες, όπως του τσαγκάρη ή του ράπτη. Αυτή η δεύτερη εμμενής στροφή του παραμυθιού και των λειτουργιών του είναι που κάνει την φαντασιακή εικονικότητα του και την «φυγή» να μην αποκτούν υπερβατικό χαρακτήρα, αλλά να είναι απλά το προσχεδιάσμα μιας επιθυμίας σε πράξη: το παιδί που ακούει το παραμύθι, ακούει την μαγεία του, και μέσω της μαγείας αυτής πιστεύει και πειραματίζεται με τις φίλες και τους φίλους του να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο στην πράξη, αφού το παραμύθι συλλαμβάνεται πάντα στο δημιουργικό όριο μεταξύ φαντασίωσης και πραγματικότητας. Το παιδί γίνεται δράκος, ψάρι, τρένο, πετάει, προστατεύει και προστατεύεται, αμφισβητεί. Είναι φυγή και πτήση, όπως ακριβώς οι δράκοι και οι μαγικές σκούπες πετούν μακριά από τα βάσανα της γης αλλά δεν παν στον ουρανό, γυρνούν πίσω σε αυτήν να την αλλάξουν. Φυγή από την δεδομενικότητα του κόσμου για να γυρίζει πίσω με εικόνες ομορφιάς ώστε να τον περιπαίξει. Το παραμύθι είναι μια μορφή τρέλας που ομοιάζει με την τέχνη, την φιλοσοφία, την επαναστατική διαδικασία. Όπου η φιλοσοφία πάει ασθμαίνοντας το παραμύθι έχει ήδη φτάσει.

γ) το παραμύθι ζώντας στο όριο πραγματικότητας και φαντασίωσης, ξέρει να κρύβεται καλά από τον ορθό λόγο. Διδάσκει την απουσία ορίων μα ταυτόχρονα την αγάπη, την ομορφιά. Γιαυτό και σε όλα τα παραμύθια τα μυστικά, οι κρυψίνοιοι άνθρωποι και όσοι δεν δίνουν καταφύγιο σε αυτόν που είναι κατατρεγμένος, απεικονίζονται αρνητικά, και συνήθως έχουν τραγική τύχη.

Τι θέλουμε συνεπώς και μεταφράζουμε ένα μεσαιωνικό ρωσικό παραμύθι, που απεικονίζει την κοινωνία των συντεχνιακών μαστόρων; Τα παραμύθια έχουν χαρακτήρα διαχρονικό και διατοπικό, ο χρονότοπος τους διαρκώς μεταβάλλεται και συγκροτείται ανάλογα με το ποιος ακούει το παραμύθι και τι του λέει αυτό. Εδώ είναι η τελευταία και πιο ουτοπική διάσταση της λειτουργίας του: μεταφράζουμε τα ρωσικά παραμύθια όχι για να δείξουμε ότι έχουν κάτι το ιδιαίτερο ως ρωσικά, αλλά για τον αντίθετο λόγο, για να δείξουμε ότι ο πυρήνας τους είναι ίδιος με όλα τα παραμύθια του κόσμου, δεν μιλάει για τη Ρωσία, για τους σλάβους, για την γη και το έδαφος ως απαράβατο δεσμό. Αντιθέτως προβάλλοντας μια απάντηση σε μια αγωνία οικουμενική, δεν οραματίζεται ένα κόσμο χωρίς κράτη ή χρονολογήσεις, αλλά παράγει αυτόν τον κόσμο το ίδιο το παραμύθι: παραβιάζει σύνορα και γλώσσες, εποχές, τα ανακατεύει, το διαβάζουν εδώ, το διαβάζουν εκεί, το παραμύθι κινείται ελεύθερα μέσα σε έναν οριοθετημένο κόσμο. Κάτω από το σώμα τον κρατών κυλάει ένα ποτάμι γεμάτο όνειρα και σχεδιάσματα που δεν διεκδικεί καμιά αυθεντία: μέσα στο παραμύθι όχι απλά ανακατεύονται οι χώρες και οι τόποι ως σημεία αναφοράς, αλλά δεν απαιτεί ποτέ κανένα παραμύθι να αναγνωρίζεται ως μέρος μιας παράδοσης. Μέσα από τις ιστορίες αυτές μιλάνε όσοι πόνεσαν και περάσαν απ τη γη σε αυτούς που ζουν τώρα και πονάνε, και τους λένε: περιγελάστε τους άρχοντες, κοροϊδέψτε τους, μην πιστεύεται σε τίποτα άλλο πέρα από την συγκίνηση για αυτόν που τρέχει να κρυφτεί, που πονά. Και αυτή τη συγκίνηση να την υπαγορεύσετε στις γενιές που έρχονται. Μονάχα αυτή απομένει.

Από όλες τις κοινωνίες του κόσμου, τα πιο φτωχά και ανόητα παραμύθια γράφονται στον καπιταλισμό, για να κοιμίζουν τα παιδιά και όχι να τα ξυπνούν. Από όλα τα φτωχά παραμύθια του κεφαλαιοκρατικού κόσμου, μόνο τα φασιστικά καθεστώτα δεν κατάφεραν να γράψουν τίποτα καινούριο αλλά να παραποιήσουν δραματικά κλασσικά παραμύθια. Και ο Γκέμπελς έλεγε στους παραγωγούς παραμυθιών: “προσέξτε να μην είναι άμεση και έντονη η προπαγάνδα, καθώς τα παιδιά θα δουν στο παραμύθι την προπαγάνδα πιο γρήγορα από τους γονείς”, γνωρίζοντας ότι η φόρμα του παραμυθιού ήταν ακατάλληλη για την μεταφορά του τρόμου.

μετάφραση- εισαγωγή  a ruthless critique

Η πονηρή επιστήμη.

Ζούσε μια φορά ένας γέρος με μια γιαγιά. Είχαν έναν υιό. Ο γέρος ήταν φτωχός, και ήθελε το παιδί να το μορφώσει, ώστε από μικρό να είναι το παιδί ασφαλές και χαρούμενο, ενώ όταν γεράσει να μπορέσει να ξεκουραστεί. Τον πήρε λοιπόν τον μικρό, τον γύρισε στις πόλεις, μπας και τον πάρει κανείς να μαθητεύσει, όμως κάνεις δεν ήθελε το παιδί χωρίς λεφτά. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε ο γέρος σπίτι, έκλαψε, έκλαψε με την γριά μαζί, κλαίγαν και πλαντάζαν για τη φτώχεια τους, και τελικά τον ξαναπήρε τον μικρό και πήγαν στην πόλη. Και με το που έφτασαν στην πόλη, πετυχαίνουν έναν άγνωστο, και πιάνουν αμέσως κουβέντα:

Πως να μη μαραζώνω — είπε ο γέρος — τον πήγα από δω, τον πήγα από κει και κανείς δεν θέλει το παιδί μου χωρίς λεφτά να το μαθητεύσει. Τι θα κάνω;

Κοίτα, δώσε τον σε μένα— είπε ο άγνωστος, —θα του μάθω εγώ σε τρία χρόνια όλες τις πονηριές. Και σε τρία χρόνια, στο ίδιο σημείο, την ίδια μέρα και την ίδια ώρα θα έρθεις να τον πάρεις, αλλά κοίτα, να έρθεις στην ώρα σου για να γνωρίσεις τον υιό σου και να τον πάρεις πίσω, αλλιώς θα τν κρατήσω για πάντα. Ο γέρος έτσι που χάρηκε, δεν ρώτησε το ποιο σημαντικό: ποιος είναι τούτος ο άγνωστος, τι θα του μάθει του μικρού και που μένει; Του έδωσε το παιδί και γύρισε σπίτι. Γύρισε σπίτι γεμάτος χαρά και χαμόγελα, τα είπε όλα στην γυναίκα του, μα δεν συνειδητοποίησε, ότι ο άγνωστος ήταν μάγος.

Να λοιπόν πέρασαν τρία χρόνια και ο γέρος, γέρος που ήταν, ξέχασε ποια μέρα και ποια ώρα ακριβώς το έδωσε το παιδί και τώρα δεν ξέρει τι να κάνει. Μα ο γιος μπήκε μέσα στο σπίτι από το λούκι πετώντας σαν όμορφο πουλί μια μέρα πριν κλείσουν τρία χρόνια, και μεταμορφώθηκε σε όμορφο νεαρό , υποκλίθηκε στον πατέρα και του λέει: Αύριο κλείνουν τρία χρόνια, πρέπει να πας στον άγνωστο να με πάρεις. Και μετά του είπε όλες τις λεπτομέρειες για το που να τον βρει και πως να τον αναγνωρίσει.

Εκεί στον αφέντη μου, δεν ήμουν μόνος στην μαθητεία. Έχει, — λέει ο γιος, — ακόμα έντεκα εργάτες μαθητευόμενους, και πάντα απομένουν μαζί του από τον ίδιο λόγο — οι γονείς δεν κατάφεραν να τους αναγνωρίσουν, αν και εσύ δεν με αναγνωρίσεις, θα γίνει ο δωδέκατος που θα μείνω μαζί του. Αύριο σαν έρθεις για εμένα ο αφέντης θα μας αφήσει να έρθουμε σαν λευκά περιστέρια, ίδια-ολόιδια απ’ την ουρά μέχρι το κεφάλι. Κοίτα τώρα πως έχουν τα πράγματα, όλα θα πετάξουν ψηλά, μα εγώ θα πετάξω πιο ψηλά. Θα σε ρωτήσει τότε, “τον γνωρίζεις τον γιο σου;” και εσύ θα του δείξεις το περιστέρι που πέταξε ψηλότερα. Μετά θα σου φέρει δώδεκα μεγάλα άλογα — όλα θα είναι ολόιδια, από τα πέταλα μέχρι τις ουρές, όλα ίσα στο ύψος.; όπως θα περπατάς μπροστά στη σειρά με τα άλογα, πρόσεξε καλά, θα κουνήσω λίγο το δεξί μου πόδι. Όταν σε ρωτήσει αμα με αναγνώρισες, δείξε εμένα. Μετά θα σου φέρει δώδεκα ωραίους νέους —ανάστημα στο ανάστημα, τρίχα στην τρίχα και φωνή στην φωνή ολόιδιοι, όλοι με το ίδιο πρόσωπο και τα ίδια ρούχα. Με το που ξεκινήσεις να προχωράς μπροστά από τη σειρά με τους νέους, πρόσεξε καλά, στο δεξί μου μάγουλο θα κάθετε μια μύγα. Ο αφέντης τότε θα σε ρωτήσει, αν με αναγνωρίζεις, και τότε εσύ θα του δείξεις εμένα.

Με το που τα είπε αυτά, φίλησε το πατέρα του, βγήκε από το σπίτι, έκανε έναν ήχο σαν πουλί και πέταξε ξανά πίσω στον αφέντη. Με το που ξημέρωσε, ο γέρος μάζεψε τα πράγματα του, και πήγε να βρει τον μάγο-αφέντη. Με τον που τον είδε λέει:

Λοιπόν γέρο, — λέει ο μάγος — έμαθα στον γιο σου όλες τις πονηριές της τέχνης μου. Αλλά έτσι και δεν τον αναγνωρίσεις, θα μείνει μαζί μου για αιώνιους αιώνες…

Μετά από αυτά τα λόγια, άφησε να φύγουν δώδεκα κατάλευκα περιστέρια — φτερό στο φτερό, ουρά στην ουρά, όλα ίδια, ρωτάει:

βρες γέρο τον γιο σου αν μπορείς!

πως να τα τον δω αφού είναι όλα ίδια!

Κοίταξε, κοίταξε, είδε τελικά ένα περιστέρι να ξεχωρίζει από τα άλλα, να ανεβαίνει πιο ψηλά και έδειξε αυτό λέγοντας:

εκείνο εκεί είναι δικό μου !

Το βρήκες, το βρήκες γέρο — είπε ο μάγος.

Την επόμενη φορά, του δείχνει τα δώδεκα άλογα — όλα ίδια με την χαίτη στη μία πλευρά γυρισμένη, όλα όμοια. Αρχίζει ο γέρος να γυρνά γύρω από τα άλογα και να κοιτά προσεκτικά, ρωτάει τότε ο μάγος- αφέντης:

Λοιπόν γέρο, τον βρήκες τον γιο σου τώρα?

Όχι μωρέ, περίμενε λίγο!

Με το που είδε ότι ένα άλογο, λίγο κούνησε το πόδι του, του τό έδειξε αμέσως

αυτός εδώ ειν’ ο γιος μου!

το βρήκες γέρο, το βρήκες!

Την τρίτη φορά, ο μάγος του έδειξε δώδεκα όμορφους νεαρούς — ανάστημα στο ανάστημα, τρίχα στην τρίχα, φωνή στη φωνή, όλοι ίδιο πρόσωπο λες και τους γέννησε ίδια μάνα.

Ο γέρος για μια ακόμα φορά άρχισε να περπατά μπροστά από τους νεαρούς — τίποτα δεν έβλεπε, περπατά μια ακόμη φορά, πάλι δεν βλέπει τίποτα, περπατά μια τρίτη— βλέπει στο μάγουλο ενός νεαρού μια μύγα και λέει

να, αυτός είναι ο γιος μου!

Το βρήκες γέρο, το βρήκες!

Να λοιπόν, χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι, έδωσε ο μάγος τον γιο πίσω στον γέρο και γυρίσαν σπίτι

Πήγαιναν, πήγαιναν και βλέπουν από την άλλη πλευρά του δρόμου, να έρχεται ένας ευγενής

Πατέρα, — λέει ο γιος — θα γίνω τώρα σκύλος. Ο ευγενής θα με αγοράσει, και εσύ θα με πουλήσεις, μα το λουρί δεν θα το δώσεις, γιατί τότε δεν θα γυρίσω σε εσένα. Και με το που το λέει αυτό, πέφτει χάμου και αρχίζει να γαβγίζει.

Ο ευγενής, με το που είδε ότι ο γέρος έχει σκύλο, αρχίζει να του κάνει παζάρια: Δεν του άρεσε μόνο ο σκύλος μα και το λουρί όμως! Αρχίζουν λοιπόν τα παζάρια, ο ευγενής του λέει για 100 ρούβλια και ο γέρος για 300, τελικά συμφωνούν στα 200. Μόνο που ο γέρος έπρεπε να βγάλει το λουρί, — αλλά που!

ο Ευγενής δεν θέλει ούτε να το ακούσει, πεισμώνει!

το λουρί δεν το πούλησα μαζί — λέει ο γέρος — τον σκύλο πούλησα απλά

Και του απαντά ο ευγενής

Όχι, όχι λες ψέματα! Αυτός που αγοράζει τον σκύλο, αγοράζει και το λουρί!

Ο Γέρος όμως το σκέφτηκε, το σκέφτηκε ( ότι χωρίς λουρί δεν γίνεται να αγοράσεις σκύλο) και τον έδωσε τελικά με το λουρί. Ο ευγενής πήρε τελικά τον σκύλο, και ο γέρος τα λεφτά και γύρισε σπίτι. Πήγαινε λοιπόν και ο ευγενής, πήγαινε στον δρόμο του, και βλέπει ξαφνικά μπροστά του έναν λαγό.

«Τι, — σκέφτεται ο ευγενής, — να τον αμολήσω τον σκύλο να πιάσει τον λαγό να δω τι μπορεί να κάνει?» Με το που τον αφήνει, τι να δει: ο λαγός τρέχει από τη μία πλευρά ο σκύλος από την άλλη, και χάνεται στο δάσος. Περίμενε ο ευγενής, περίμενε, μέχρι που κατάλαβε ότι ο σκύλος δεν θα γυρίζει και έφυγε. Ο σκύλος, με το που έμεινε μόνος, ξαναμεταμορφώθηκε σε όμορφο νεαρό. Ο Γέρος συνέχισε τον δρόμο του και σκεφτόταν, πως όταν θα γυρίσει σπίτι, θα πρέπει να πει στη γυναίκα του, να της εξηγήσει τι απέγινε ο γιος τους, όμως ο γιος τον πρόλαβε πάλι

Ε. Πατέρα! — γιατί με πούλησες με το λουρί? Αν δεν είχαμε βρει τον λαγό, δεν θα ήμουν ακόμα με το λουρί σαν σκύλος και θα γυρνούσα ποτέ, θα με είχες πουλήσει για το τίποτα!

Γύρισαν σπίτι λοιπόν και ζούσαν με τα λίγα. Μια έτσι και μια αλλιώς, πέρασε ο καιρός και μια Κυριακή λέει ο γιος του πατέρα:

Πατέρα, θα γίνω πουλί, αλλά μην δώσεις το κλουβί, γιατί τότε σπίτι δεν θα γυρίσω ποτέ.

Με το που το λέει αυτό, πέφτει χάμου και γίνεται πουλάκι. Τον πιάνει ο πατέρας, τον βάζει στο κλουβί και τον πάει στο παζάρι να τον πουλήσει. Τον κύκλωσαν τον ΄Γερο άνθρωποι, και αρχίσαν τα παζάρια, τόσο πολύ τους άρεσε το πουλί. Ήρθε και ο μάγος στο παζάρι αναγνώρισε τον Γέρο, και τότε κατάλαβε αμέσως τι είχε ο γέρος στο κλουβί. Όλοι δίναν πολλά λεφτά για να αγοράσουν το πουλί, όμως ο μάγος έδωσε τα πιο πολλά απ’ όλους ; του το πουλάει ο Γέρος, αλλά δεν του δίνει το κλουβί. Από εδώ το φέρανε, από εκεί το φέρανε, τσακώθηκαν, τελικά ο μάγος απειλει δεν αγοράζει τίποτα. Πιάνει τελικά το πουλί, το τυλίγει σε ύφασμα και γυρίζει σπίτι.

Λοιπόν κόρη μου, αγόρασα τον πονηρό μας νεαρό!

Και που είναι?

Ο μάγος άνοιξε το μαντίλι, αλλά δεν υπήρχε πουλί, του είχε φύγει στο δρόμο χωρίς να το καταλάβει. Μια άλλη Κυριακή, λέει ο γιος στον Γέρο:

Πατέρα, θα γίνω τώρα όμορφο άλογο και εσύ θα με πουλήσεις, αλλά θα με πουλήσεις χωρίς τα χαλινάρια γιατί δεν θα γυρίσω σπίτι ποτέ. Και με το που το είπε αυτό, χτύπησε το πόδι του στη καφέ γή και έγινε άλογο ψηλό και όμορφο. Τον πήγε ο Γέρος στο παζάρι και τον πούλησε. Μαζευόντουσαν γύρω του κόσμος και κοσμάκης, και ήρθε μεταξύ τους και ο μάγος. Όλοι πλήρωναν ακριβά, μα ο μάγος πιο ακριβά απ’ όλους. Ο Γέρος του έδωσε το άλογο, μα τα χαλινάρια δεν τα έδινε.

Και πως μωρέ θα το καβαλήσω το άλογο? — ρωτάει ο μάγος —φέρε το τουλάχιστον μέχρι την αυλή μου, και εκεί πάρε τα χαλινάρια σου πίσω. Άρχισαν όμως όλοι τότε να τον βρίζουν τον Γέρο, και τελικά αναγκάστηκε να δώσει και το χαλινάρι, να τα δώσει όλα. Τι να κάνει; Πούλησε τελικά και το χαλινάρι,

Το πήρε τελικά το άλογο ο μάγος, το γυρίζει σπίτι, το βάζει στο στάβλο και το βάζει έτσι ώστε τα μπροστά του πόδια να μην ακουμπούν το έδαφος.

Λοιπόν κόρη μου, ξαναλέει ο μάγος, να που κάπως τα κατάφερα και πήρα πίσω τον πονηρό μας νεαρό.

και που είναι;

Στον στάβλο τον έχω.

Η κόρη έτρεξε να τον δει, λυπόταν για τον καλό νεαρό που κατέληξε έτσι, ήθελε πραγματικά να τον ελευθερώσει. Έτσι άρχισε να τον ξεδένει και να τον ξελύνει και τελικά το άλογο έφυγε τρέχοντας μακριά. Έτρεξε στον πατέρα της και είπε

Πατέρα σε παρακαλώ συγχώρεσε με, το άλογο το έσκασε!

Ο μάγος χτύπησε το πόδι του στη σκληρή γη και έγινε γκρίζος λύκος, και έτρεξε να προλάβει το άλογο. Το άλογο πλησίασε ένα ποτάμι, χτύπησε το πόδι του στη Γη και μεταμορφώθηκε σε μικρό χρυσόψαρο. Και πίσω του ο μάγος σαν τεράστιο λαβράκι. Το χρυσόψαρο έτρεχε, έτρεχε μέσα στο νερό και έφτασε μέχρι μια προβλήτα που κατακόκκινες από την ομορφιά κοπέλες έπλεναν τα σεντόνια τους, μεταμορφώθηκε σε γρήγορα σε χρυσό δαχτυλίδι και κύλισε στα δάχτυλα της μιας κοπέλας που ήταν κόρη εμπόρου. Η κόρη έπιασε το δαχτυλίδι και το έκρυψε, και ο μάγος ξαναέγινε άνθρωπος σαν πριν.

Δώσε το πίσω, — της φωνάζει — το χρυσό δαχτυλίδι είναι δικό μου.

–Πιάστο! — είπε η κοπέλα και πέταξε το δαχτυλίδι στη γη.

Με το που άγγιξε τη γη το δαχτυλίδι, χωρίστηκε σε χίλιους μικρούς σπόρους και αμέσως ο μάγος μεταμορφώθηκε σε κόκκορα και άρχισε να τσιμπάει τα σποράκια. Και όσο τσιμπούσε, ένας σπόρος μετατράπηκε σε γεράκι και τότε ο μάγος κατάλαβε πως έκανε λάθος. Το γεράκι τον πήρε και τον σήκωσε.

Αυτό είναι το τέλος αυτής της ιστορίας για εσάς, αλλά για μας το τέλος είναι ένα πιάτο γεμάτο από μέλι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Πληροφορίες

This entry was posted on 28.12.2018 by in άρθρα/статья,μεταφράσεις and tagged .

Πλοήγηση

Αρέσει σε %d bloggers: