Our baba doesn't say fairy tales

anti state communist news from the ex communist states

Η μορφή της ζωής και ο σοσιαλιστικός αστικός οραματισμός

My beautiful picture

ινστιτούτο φυσικών επιστήμών, Κίεβο

Ακροβατώντας μεταξύ ελευθερίας και ολοκληρωτισμού.

Στις πόλεις εικονίζεται η συλλογική φαντασίωση της ιδανικής ζωής γιατί η πόλη γίνεται το α και το ω του πλαισίου μέσα στο οποίο η ζωή διαδραματίζεται, είναι αυτό που μας κοιτά και αυτό που κοιτάμε. Η πόλη πρέπει να ικανοποιεί τη ζωή, ότι και αν σημαίνει η τελευταία λέξη.

Τα σοσιαλιστικά καθεστώτα, τουλάχιστον αυτά που έχει επικρατήσει να θεωρούνται ως τέτοια στην φιλελεύθερη και δημοκρατική Δύση υπήρξαν πρωτεργάτες στο μοντερνιστικό κίνημα, αν και το μοντερνιστικό κίνημα δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά. Τόσο στη φιλελεύθερη δημοκρατία όσο και στο σοσιαλισμό υπήρχαν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Αυτό που συνέδεε τα δύο καθεστώτα ήταν η αρχή της αξίας, της γενικευμένης ανταλλαγής και συνεπώς η αρχή του κράτους. Το κράτος με τη σειρά του, ως εξωτερίκευση των αστικών σχέσεων, πέρα από το να τις διασφαλίζει, έχει και το ρόλο της βέλτιστης διαχείρισης. Το κράτος αναπαράγεται από τη συσσώρευση και η συσσώρευση από το κράτος. Συνεπώς αναπτύσσονται τακτικές διαχείρισης του πληθυσμού, της ταχύτητας με την οποία κινείται, το που πηγαίνει και το πως μπορεί να κατασταλεί σε περίπτωση ανάγκης. Η άνοδος της αστικής κοινωνίας, τουλάχιστον εκείνης της εποχής συνδέεται και με την άνοδο της βιομηχανίας. Το βιομηχανικό τεχνούργημα της ανθρώπινης δραστηριότητας μέσα στο καπιταλισμό, σημειώνει τεράστιες επιτυχίες, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως: η παραγωγικότητα ανεβαίνει διαρκώς, τα προϊόντα φαίνεται να τείνουν σε υπεραφθονία -άσχετα αν δεν μπορούν να πουληθούν ως εμπορεύματα- η ιατρική σημειώνει τις πρώτες της μεγάλες επιτυχίας, ενώ η τεχνική πρόοδος και ο επιστημονικός θετικισμός που την συνοδεύει ηγεμονεύει στο κοινωνικό πεδίο ως το απόλυτο κοινωνικό παράδειγμα. Η πίστη στο πείραμα, στον σχεδιασμό και στην ορθολογικότητα γίνονται ο κανόνας ενώ η μηχανή και η μηχανοποίηση αποτελούν τον απόλυτο στόχο. Τα πάντα κρίνονται με όρους βελτιστοποίησης και μηχανοποίησης.

Ο μοντερνισμός λοιπόν έρχεται εδώ να τοποθετηθεί στην αρχιτεκτονική ως η θέληση για βέλτιστο αστικό σχεδιασμό. Η πόλη πρέπει να είναι αφενός ελέγξιμη αφετέρου λειτουργική. Οι εργάτες, τα εμπορεύματα και το κεφάλαιο πρέπει να κινούνται με το βέλτιστο δυνατό τρόπο για την αξιοποίηση τους. Παρ’ όλα αυτά μέσα στο κεφάλαιο δεν είναι όλα λειτουργικά[1]. Μια επιθυμητική διάσταση αναδύεται επίσης: τα εμπορεύματα στις βιτρίνες με την υπερπληθώρα τους, καθώς και η μηχανοποίηση της παραγωγής υπόσχονται να ελαφρύνουν την εργατική τάξη από την εργασία. Μία από τις βασικές καπιταλιστικές φαντασιώσεις, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της αστικής ιδεολογίας, τόσο στην δυτική όσο και την “ιδιαίτερη” ανατολικοευρωπαϊκή της εκδοχή, είναι αυτή της συμφιλίωσης: η πρόοδος της καπιταλιστικής κοινωνίας και ο εκμηχανισμός της θα καταστήσει την εργασία και συνεπώς την εκμετάλλευση μη αναγκαία, λύνοντας τα χέρια τόσο του κεφαλαίου όσο και της εργατικής τάξης. Όσο φενακισμένο και αν είναι αυτό το όνειρο, στα πλαίσια του καπιταλιστικού φετιχισμού, οι μακροκοινωνικές συγκρουσιακές επιπτώσεις αυτής της “κινούμενης καπιταλιστικής αντίφασης” δεν γίνονται άμεσα ορατές από τα αστικά υποκείμενα. Αντιθέτως η σαγήνη της μηχανής, της δύναμης της, και της πληθώρας των εμπορευμάτων είναι κάτι άμεσα αναγνωρίσιμο. Έτσι η φαντασίωση της καλής ζωής μέσα στην αστική πόλη ήταν επίσης ένας παράγοντας που εισχώρησε στην αστική ιδεολογία και στον αστικό σχεδιασμό της εποχής: οι πόλεις έπρεπε να προκαλούν και ευχαρίστηση στους ανθρώπους, τόσο τους καπιταλιστές όσο και τον κόσμο της εργασίας (όσους από αυτούς πίστευαν στο καπιταλιστικό όνειρο), ο καπιταλισμός και η μηχανική κοινωνία με τις τεράστιες επιτυχίες τους, μπορούσαν πλέον να υποσχεθούν και αυτό, έναν ορθολογικά διαχωρισμένο χρόνο και ζωή ώστε να είναι όλα τα μέρη ικανοποιημένα: εργασία, εργοστάσιο, σχόλη, αναψυχή, παραγωγικότητα.

Επίσης στην ανανεωτική μορφή των κτηρίων αντικατοπτρίζονταν η πίστη του καπιταλισμού στην απελευθερωτική του δύναμη, την επαναστατικότητα του σε σχέση με την επαρχεία και το παρελθόν. Η πόλη γινόταν “αστική” με την διπλή σημασία του όρου, ως urban, και ως bourgeois. Τα κτήρια, μπορούσαν να έχουν-θεωρητικά-απεριόριστο μέγεθος καθώς οι τεχνικές δυνάμεις το επιτρέπουν, και οι χώροι ανάμεσα ή στην κορυφή των κτηρίων πρέπει να παρέχονται ως χώροι διασκέδασης ή ως χώροι κίνησης των εμπορευμάτων. Οι μορφές των κτηρίων έπρεπε να επιδεικνύουν τον αυθεντικό, αυστηρά τεχνικό και επαναστατικό τους χαρακτήρα: περίεργα σχήματα, με έμφαση στη γεωμετρία, μεγάλο μέγεθος κοκ. Το κτήριο τόσο ως λειτουργικότητα όσο και ως σχέδιο συμπύκνωνε όλη την αστική ιδεολογία της εποχής: λειτουργικότητα, έλεγχος, μηχανές, εμπόρευμα, απόλαυση, επαναστατικότητα[2].

Στη σοσιαλιστική εκδοχή του μοντερνισμού τα πράγματα ήταν πιο πολύπλοκα. Ο πρώιμος σοσιαλιστικός μοντερνισμός ήταν κυρίως πειραματικός, επηρεασμένος από την επανάσταση, φορέας μιας επιθυμίας να αλλάξουν όλα. Αυτό με πολλές δυσκολίες κράτησε μέχρι τα μέσα του 30. Μετά τον διαδέχτηκε η σταλινική αρχιτεκτονική, ένας συνδυασμός του σοβιετικού μοντερνισμού με μνημειακά χαρακτηριστικά και στοιχεία του δυτικού μοντερνισμού. Μετά τον Στάλιν, μια δειλή επιστροφή στον πειραματισμό παρατηρείται που μας δίνει και τα περισσότερα κτήρια που υπάρχουν ακόμα.

Υπήρχαν όλα τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν στο πρώτο μέρος αλλά και κάτι ακόμα. Ο σοσιαλιστικός μοντερνισμός είχε έναν ακόμα λόγο να θεωρεί τον εαυτό του επαναστατικό: βρισκόταν σε ένα κοινωνικό περιβάλλον το οποίο είχε συγκροτηθεί από μια επαναστατική διαδικασία. Αυτή η επαναστατική διαδικασία, προσωποποίηση της οποίας υποτίθεται ήταν το ΚΚΣΕ παρείχε και την ιδεολογική και πολιτική νομιμοποίηση στο καθεστώς, τουλάχιστον στα μάτια μιας μερίδας του κόσμου, και σίγουρα στα μάτια της ηγεσίας. Στην αγροτική ρωσική κοινωνία, η είσοδος των σοσιαλιστικών προγραμμάτων ανάπτυξης, εγκαινίασαν όσα αναφέραμε παραπάνω ως ιδεολογικά στοιχεία: την πίστη στην μηχανή, την βιομηχανία, την ανθρώπινη νόηση και τον υλισμό (έστω σε μια βάρβαρη εκδοχή του), την κίνηση των εμπορευμάτων και της παραγωγής, τον έλεγχο και την καταστολή από το κράτος, την ευτυχία των σοβιετικών πολιτών και φυσικά των ένταξη όλων αυτών σε ένα επαναστατικό πλαίσιο. Εδώ, σε αντίθεση με την Δύση δεν ήταν απλά ο τρόπος παραγωγής που ήταν επαναστατικός και εγκαινίαζε μια νέα ουτοπική ζωή στη πόλη: ήταν όλο το καθεστώς θεωρητικά επαναστατικό, η πολιτική μορφή του, η καθημερινή ζωή, οι ιδέες, οι “παραγωγικές δυνάμεις” που αναπτύσσονταν υποτίθεται ραγδαία. Εδώ δεν ήταν ο τρόπος παραγωγής ως οικονομικό μέγεθος που υποσχόταν μια κοινωνία υπερ-αυθονίας, ήταν συνολικά η κοινωνία που θεωρούταν ότι είχε επιτύχει να βρεθεί στο δρόμο για την ουτοπία και αυτός ο δρόμος ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής ιδεολογίας. Αυτή ακριβώς η ουτοπικότητα αντικατοπτρίζονταν στον σοβιετικό μοντερνισμό-από τις πιο επαναστατικές στις πιο εξουσιαστικές εκδοχές του- τα μνημεία του οποίου αποσυντίθενται αργά στον αχανή μετασοβιετικό κόσμο. Παρά τις ομοιότητας τους, ο δυτικός και ο σοσιαλιστικός μοντερνισμός διέφεραν και διαφέρουν σε αυτό: ο σοσιαλιστικός μοντερνισμός θέλει να οικοδομήσει μια πόλη που να υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι μια ανάσα πριν την τελειότητα.[3]

Σε αντίθεση με την φιλελεύθερη σύλληψη της ουτοπίας που δεν τολμά να εκφράσει την ευτυχία ως κάτι συλλογικό, και η μόνη συλλογικότητα που γνωρίζει είναι η κίνηση των εμπορευμάτων,[4] ο σοσιαλιστικός μοντερνιστικός ουτοπισμός εκφράζει αυτή την έμφαση στη κοινή ζωή, στο ότι εδώ ο ανταγωνισμός έχει εκλείψει.[5] Κάτι τέτοιο προφανώς ποτέ δεν συνέβη, όμως επιβίωσε σαν συμβολικό υπόλειμμα στην κρατική ιδεολογία και από εκεί πέρασε στην αρχιτεκτονική. Πουθενά αλλού δεν δίνεται τόση έμφαση στις πλατείες, στα πάρκα, στα κοινοτικά διαμερίσματα, στα μνημεία που θυμίζουν ότι “εδώ εμείς υπερβήκαμε την ιστορία”. Η αποτυχία του σοβιετικού καθεστώτος να κάνει ακριβώς αυτή την υπέρβαση είναι που δίνει στα κτήρια αυτά μια παραπάνω αξία: ο ουτοπικός χαρακτήρας της επανάστασης που σχεδόν χάθηκε μέσα στον κρατισμό και την δοξολογία της βιομηχανίας της ΕΣΣΔ, επιβίωσε ως υπόλειμμα παρά την ήττα του, παραπάνω από το ίδιο το κράτος μέσα σε αυτά τα κτήρια. Τα κτήρια αυτά είναι αναμφίβολα τα γέλια της ιστορίας, και οτιδήποτε γελάει, αξίζει να σωθεί.

Υποσημειώσεις

[1] Ακολουθώ εδώ τις βασικές αρχές της ουτοπικής μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής έτσι όπως παρουσιάζονται από τον Le Corbusier, κυρίως στο La ville radieuse. Τα σχέδια του περιείχαν την πίστη τόσο στον βέλτιστο ορθολογικό σχεδιασμό [architectual rational planning], όσο και ότι αυτός ο σχεδιασμός καθ αυτός θα μας οδηγήσει στην ιδανική κοινωνία. Οι απόψεις του δέχτηκαν κρητική αργότερα καθώς θεωρούταν ότι τα κτήρια οδηγούσαν περισσότερο στην αποξένωση των ανθρώπων παρά στην εγγύτητα. Το μέγεθος των κτηρίων ήταν δυσανάλογο με των ανθρώπων, ενώ οι τεράστιοι χώροι μεταξύ των κτηρίων έπεσαν σε αχρηστία. Οι κριτικές αυτές, και η φετιχιστική σύνδεση τεχνολογίας και αισθητικής αρχιτεκτονικής αναδείχθηκαν από τον Lewis Mumford. O H.Lefevre από την άλλη στην κριτική του δίνει έμφαση τόσο στην δυσαναλογία που παράγεται μεταξύ των ρυθμών της ζωής του ατόμου και των ρυθμών της ζωής της πόλης ως κοινωνικού χώρου που εξυπηρετεί την συσσώρευση του κεφαλαίου, όσο και την γραφειοκρτική διάσταση του ζητήματος: με αυτό τον καταμερισμό εργασίας και το αστικό κοινωνείν η συμφιλίωση του ανθρώπου με το αστικό περιβάλλον είναι αδύνατη, καθώς αυτό είναι εξ ορισμού αποξενωμένο από αυτόν ως δυναμική. Αυτή ήταν και η κατηγορία του ενάντια στο αρχιτεκτονικό πρόγραμμα της ΕΣΣΔ, ότι στον πυρήνα του, δεν διαφέρει από το καπιταλιστικό.

[2] Σε θεωρητικό επίπεδο αυτές οι απόψεις έχουν δεχτεί κριτική από θεωρητικούς της αρχιτεκτονικής. Και προτάθηκαν άλλες μορφές αστικοί σχεδιασμού όπως ο οργανικός σχεδιασμός, ο κοινοτικός σχεδιασμός κτλ. Εντούτοις ο ορθολογικός σχεδιασμός παραμένει στη πράξη-αν και όχι απαραίτητα μοντερνιστικός στην αισθητική-η κυρίαρχη τακτική στον αστικό σχεδιασμό καθώς συνάδει καλύτερα με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας στο καπιταλισμό: υπάρχουν ανάγκες συσσώρευσης του κεφαλαίου, οι οποίες θεωρητικά μπορούν να προβλεφθούν. Κάποιος αγοράζει γη, και μετά ο αρχιτέκτονας στην υπηρεσία του κάτοχου σχεδιάζει το κτήριο για την βέλτιστη μελλοντικά χρήση.

[3] Η σοβιετική ουτοπική αρχιτεκτονική μοντερνιτικού τύπου έχει δύο φάσεις: την αρχική μεταξύ 1922-1937 και την δεύτερη 1955-1991 με την δεύτερη να είναι κάπως πιο συντηρητική σε σχέση με την πρώτη. Κυρίως στην πρώτη φάση, ο σοβιετικός μοντερνισμός ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των θεωρητικών πειραματισμών που είχε προκαλέσει η επανάσταση σε όλη την κοινωνία. Η σχέση του τότε μοντερνισμού με την ηγεσία δεν ήταν γραμμική και σαφώς όχι προπαγανδιστική. Αυτό φαίνεται στις συχνές συγκρούσεις που είχε η γραφειοκρατία της εποχής με τους μοντερνιστές αρχιτέκτονες και την τάση του να “θέλουν να επαναστατικοποιήσουν πλήρως την αστική και αρχιτεκτονική μορφή”. Ο μοντερνισμός αντιμετοπίστηκε γενικά με καχυποψία στην ΕΣΣΔ [Δες, Kingsley Kerson, Politics and Architecture | A Look at Soviet and Modern Russian Architecture, Archo20, και CHARLES ROUGLE, Recent Soviet Approaches to Modernism, Canadian Slavonic Papers / Revue Canadienne des Slavistes Vol. 24, No. 4 (December 1982), σελ. 387-400. Η κατηγορία του Lefevre που αναφέραμε αφορά τη δεύτερη περίοδο [δες katharina ritter, Soviet Modernism, the unknown stories, 1955-1991, 2012]. Φυσικά η σταλινική αρχιτεκτονική, πέρα από τον ουτοπισμό είχε και τον χαρακτήρα της υμνολογίας του κράτους και της εξουσίας, και γιαυτό ομοιάζει πιο πολύ στην ολοκληρωτική ουτοπία που φαντάστηκαν αρχιτέκτονες όπως ο Le Corbusier (που είχε σχέσεις τόσο με φασιστικά μορφώματα όσο και με την ΕΣΣΔ του Στάλιν προπολεμικά)

[4]Αυτό είναι πολύ έντονο για παράδειγμα στην αρχιτεκτονική θεωρία του Alvar Aalto, όπου το σπίτι, η οικογένεια και το άτομο θεωρούνται τα θεμέλια της κοινωνίας. Η αρχιτεκτονική πρέπει πρώτα να ικανοποιεί τις ανάγκες της οικογένειας ως απομονωμένης οντότητας και μετά ν δώσει έμφαση στο “κοινό” ως χώρο διάδρασης αυτόνομων ατόμων

[5] Φυσικά κάτι τέτοιο στην ΕΣΣΔ δεν συνέβη. Ισχυρίζομαι ότι το θεωρητικό υπόβαθρο περί ουτοπικού οράματος στη καπιταλιστική δύση και στην σοβιετική ανατολή ήταν παρόμοιο. Στη δύση η αύξηση της τεχνολογίας θαωρούταν ότι θα απαλλάξει τα άτομα από την εργασία και συνεπώς θα εκλείψει η κοινωνική σύγκρουση. Αυτό που προσπερνιέται εδώ είναι ο δομικός ανταγωνιστικός χαρακτήρας της χρηματικής κοινωνίας που οδηγεί στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. Το χρήμα εδώ υπόρρητα θεωρείται οτι δεν εχει δική του δυναμική αλλά είναι απλό μέσο ανταλλαγής, ο ανταγωνισμός προκύπτει από κάποιου είδους “σπάνη” του “πλούτου”. Το πρόβλημα είναι παρόμοιο και στην ΕΣΣΔ: ενώ αναγνωρίζεται ο δομικά ανταγωνιστικός χαρακτήρας του καπιταλισμού, αυτός αποδίδεται στην αναρχία της αγοράς και όχι στο χρήμα καθ’ αυτό. Έτσι μέσω του κεντρικού σχεδιασμού υπήρχε η πίστη ότι “είμαστε κοντά στην ουτοπία, καθώς η βασική αντίθεση έχει λυθεί”.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Πληροφορίες

This entry was posted on 11.02.2018 by in άρθρα/статья and tagged , , , , .

Πλοήγηση

Αρέσει σε %d bloggers: