Our baba doesn't say fairy tales

anti state communist news from the ex communist states

Η Γιουγκοσλαβία ως το σημείο μηδέν του νεο-συντηρητισμού μέρος 3ο-Κάνοντας [μη]κριτική.

War in Yugoslavia

Στο 3ο μέρος του αφιερώματος για τη Γιουγκοσλαβία θα επεξεργαστούμε δύο πλευρές του ζητήματος. Τη σχέση της εθνικής ιδεολογίας και της καπιταλιστικής συσσώρευσης στη φάση της αναδιάρθρωσης του κράτους-γενικά-και πιο συγκεκριμένα της Γιουγκοσλαβίας. Στο δεύτερο μέρος θα κάνουμε μια σύντομη επισκόπηση του «μίσους ενάντια στον Βόσνιο». Στο τρίτο μέρος θα επιχειρήσουμε προσέγγιση του σύγχρονου υποκειμένου προσπαθώντας να χαρτογραφήσουμε την επανεμφάνιση της εμμονής των αντι-ιμπεριαλιστικών αναγνώσεων μορφών όπως ο Μιλόσεβιτς.

1.Σχόλια πάνω στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και της εθνικής ιδεολογίας.

Η αναπαραγωγή του κεφαλαίου μέσω της εθνικής ιδεολογίας γίνεται με έμμεσο τρόπο και γιαυτό συνήθως είναι δύσκολο να αναλυθεί. Στη βιβλιογραφία συνήθως η σχέση μεταξύ των δύο είτε εντελώς πρόχειρα θεωρείται γραμμική και άμεση, δηλαδή ότι το έθνος εξυπηρετεί τα συμφέροντα «της αστικής τάξης» και αναπαράγεται από το “αναφορικό περιεχόμενο” της εθνικής ιδεολογίας είτε ότι ο εθνικισμός είναι μια εντελώς ξεχωριστή μανία, διακριτή από τα «οικονομικά συμφέροντα» τα οποία στην καλύτερη περίπτωση απλά κάπου συναντιούνται. Αυτό το οποίο πρέπει να απαντηθεί δηλαδή είναι ένα ερώτημα σε δύο σκέλη: Ποιες είναι οι διαδικασίες που διαμορφώνουν ως τέτοια την εθνική ιδεολογία, την λειτουργία της αλλά και το περιεχόμενο της και γιατί η εθνική ιδεολογία ενώ δεν αποτυπώνει άμεσα ταξικά συμφέροντα ή οικονομικές θέσεις-αντιθέτως είναι διαταξική1– αναπαράγει το κεφάλαιο;

Το παραπάνω ερώτημα θα πρέπει να απαντηθεί στη βάση της διττής φύσης του κεφαλαίου σε συνάρτηση με τις καθηλωμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις που συγκροτούν μια κοινότητα, με λίγα λόγια τα συμβολικά της πρωτο-ιδεολογικά στοιχεία(habitus) που συγκροτεί το σύνολο των κοινών άμεσων εμπειριών της, και σε δεύτερο χρόνο αφού κανονικοποιηθεί/οργανωθεί αποτελεί την κουλτούρα, το σύστημα ταξινόμησης της κοινότητας αυτής.

Η σχέση κεφάλαιο δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή μόνο με “οικονομικούς όρους”. Αυτό που την ορίζει κυρίως είναι ο διττός της χαρακτήρας, ότι είναι συγκεκριμένη-μας εμφανίζεται με συγκεκριμένες και χειροπιαστές μορφές εμφάνισης όπως το χρήμα, το εμπόρευμα, η εργατική δύναμη, το κεφάλαιο προς επένδυση κτλ-αλλά και αφηρημένη, δηλαδή διέπεται από ευρύτερες δυναμικές αντιφάσεις οι οποίες λειτουργούν σε ένα μακροεπίπεδο που ξεπερνούν κατά πολύ τον έλεγχο, τις χρονικές περιοδικότητες αλλά και τις αντιλήψεις των επιμέρους ατόμων2. Έτσι οι αντιφάσεις και τα προβλήματα που προκαλούνται από την δυναμική του κεφαλαίου εμφανίζονται ως συγκεκριμένα προβλήματα που απαιτούν επιτακτική λύση-φτώχεια, οικονομική αστάθεια, ανεργία κτλ, ενώ τα αίτια αυτών των προβλημάτων δεν μπορούν παρά να γίνουν αντιληπτά σε ένα αφηρημένο θεωρητικό χρονικό και χωρικό επίπεδο, και ακόμα και τότε είναι αδύνατος ο πρακτικός τους έλεγχος. Συνεπώς το κεφάλαιο είναι μια σχέση που μας φέρνει αντιμέτωπους με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας του, χωρίς ποτέ να μπορούμε να επηρεάσουμε άμεσα τα αίτια. Η αδυναμία αυτή δεν έγκειται μόνο στις δύο διαστάσεις της ίδιας της σχέσης αλλά και στο γεγονός ότι η ίδια η σχέση παράγεται από τους μετέχοντες σε αυτή και δεν υπάρχει σημείο εξωτερικό αυτής που να λειτουργεί ως “σημείο θέασης” της.

Από την άλλη το κεφάλαιο λειτουργεί σαν μια δύναμη συγκρότησης κοινότητας. Εμπορευματοκάτοχοι και κάτοχοι χρήματος, έρχονται αντιμέτωποι σε ένα δίκτυο αμοιβαίων ανταλλαγών που υποτίθεται είναι «δίκαιο». Μέσα σε αυτή την κοινότητα διάφορα χαρακτηριστικά παγιώνονται, και ομογενοποιούνται λόγω καταμερισμού εργασίας, αλλά και της γενικότερης παραγωγής μορφών κοινωνικότητας που παράγονται εντός της κοινότητας του κεφαλαίου μα “εκτός της εργασίας”. Είναι τα χαρακτηριστικά και οι εμπειρίες της “άμεσα βιωμένης ζωής”(ή habitus/πρωτο-ιδεολογικά στοιχεία), καταστάσεις που φαίνονται προφανείς και αυταπόδεικτες. Αυτές οργανώνεται στο σύνολο τους από τις κανονικότητες της καπιταλιστικής κυκλοφορίας. Αυτά θεωρούνται «χαρακτηριστικά της κοινότητας»-γλώσσα, θρήσκευμα, συνήθειες. Θα λέγαμε ότι σε αυτά τα χαρακτηριστικά επενδύεται θετικά η επιθυμία, θεωρούνται δηλαδή «καλά» δικά μας, γνώριμα, «κατανοητά χαρακτηριστικά»3. Τα χαρακτηριστικά αυτά παγιώνονται με ένα πλήθος τρόπων: μέσω της επαναλαμβανόμενης επιβεβαίωσης τους, του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, από το κράτος και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του, τους οργανικούς διανοούμενους που εκπροσωπούν το σύνολο της αστικής κοινότητας κοινότητας. Αυτοί οι μηχανισμοί οργανώνουν και επανα-κωδικοποιούν αυτά τα χαρακτηριστικά της άμεσα βιωμένης ζωής σε συγκροτημένες ιδεολογίες, εδώ στην προκειμένη περίπτωση, σε εθνικές.4

Στη Γιουγκοσλαβία είχαμε μια διαδικασία κατάρρευσης μιας ταυτότητας και μετά την αντικατάσταση της από επιμέρους. Ενώ οι επιμέρους κουλτούρες είχαν διασωθεί και ανθίσει στα πλαίσια της ομοσπονδίας, όσο δεν υπήρχαν προβλήματα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και όσο αυτές οι δυναμικές του ΚτΠ δεν είχαν ωθήσει σε σύγκρουση τα υποκείμενα-μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 70-τα εθνικιστικά συμβάντα ήταν ουσιαστικά ανούσια και μια ευρύτερη ταυτότητα είχε διαμορφωθεί και κυριαρχήσει ως ιδεολογικοποιημένο habitus, πάνω από τις εθνικές: αυτή του Γιουγκοσλαβισμού. Αυτό όμως το habitus καθώς θεωρούταν ότι αντιστοιχεί-και είχε διαμορφωθεί-εντός των πλαισίων μιας συγκεκριμένης μορφής πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης, όταν φάνηκε να μην λειτουργεί και να μην αντιστοιχεί στις αναδυόμενες αντιφάσεις, και υπό το φως ακριβώς αυτών των αντιφάσεων εντός της ομοσπονδίας κατά τη δεκαετία του 70, εγκαταλείφθηκε από τα υποκείμενα. Τότε τα πρώτο-ιδεολογικά στοιχεία και επενδύσεις, σε συνδυασμό με νέες εμπειρίες/προφάνειες όπως της οικονομικής αστάθειας και του δομικού ανταγωνισμού μεταξύ των δημοκρατιών, αρθρώθηκαν στη συγκρότηση νέων ταυτοτήτων: των εθνικών οι οποίες μπορούσαν να ερμηνεύσουν τις αναδυόμενες συγκρούσεις φυσικοποιώντας τες και εντάσσοντάς τες σε μια “λογική της ιστορίας”, σε μια ιστορική συνέχεια δηλαδή κατανοητή.. Με αυτό το τρόπο επανασυγκροτούταν-σε ένα κόσμο υπό κατάρρευση το υποκείμενο ως αίσθηση σταθερότητας του εαυτού. Παρόλα αυτά αυτή η επανασυγκρότηση άλλαζε ριζικά το υποκείμενο. Το μετέτρεπε-και αναδρομικά όλη του την ιστορία ως επανερμηνεία της-σε εθνικό.

Υποστηρίζουμε εδώ συνεπώς, ότι τα επιμέρους συστατικά της εθνικής ιδεολογίας παράγονται από την κυκλοφορία του κεφαλαίου και τη συγκρότηση της κοινότητας ως ομοιογένεια, αλλά μετατρέπονται σε εθνική ιδεολογία καθ’ αυτή όταν καλούνται να υποκαταστήσουν και να ερμηνεύσουν την φετιχιστική [δυσ]λειτουργικότητα5 της κοινότητας που τα συγκρότησε. Τα διάφορα πρώτο-ιδεολογικά στοιχεία οργανώνονται εκ νέου υπό το φως ακριβώς των νέων αλλαγών. Ο διττός χαρακτήρας της σχέσης κεφάλαιο αποκρύπτει φετιχιστικά τα πραγματικά αίτια της δυναμικής της. Συνεπώς η σχέση κεφάλαιο αναπαράγεται μέσω της εθνικής ιδεολογίας δια της απουσίας άμεσης αποτύπωσης της λογικής της σε αυτή, ενώ η ιδεολογία διαρκώς διαμορφώνεται και τροφοδοτείται από τις επιμέρους μορφές εμφάνισης των κοινωνικοποιήσεων του ΚτΠ και του καταμερισμού του εργασίας οι οποίες προβάλλονται μέσω της μνήμης και στο παρελθόν(Nachträglichkeit) στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης άρθρωσης γύρω από ένα «κεντρικό νόημα»6. Η θεμελιώδης εθνική φαντασίωση, είναι η οργάνωση του habitus σε ιδεολογία γύρω από ένα νέο κεντρικό σημαίνον που λειτουργεί σαν σημείο καθήλωσης, σαν άξονας νοήματος για τα επιμέρους απλά πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας αυτή η νέα άρθρωση ήταν γύρω από την προφανή αντιπαλότητα/ανισότητα των ομόσπονδων κρατών και τον φετιχισμό/προφάνεια της ατομικής ευθύνης του υποκειμένου. Αυτά τα στοιχεία/προφάνειες έγιναν οι νέοι άξονες που το διάσπαρτο habitus οργανώθηκε σε θεμελιώδη φαντασίωση-εθνική ιδεολογία. Βλέπουμε ότι οι αξονες αυτοί είναι ήδη μυστικοποιημένα κομμάτια του καπιταλιστικού φετιχισμού, αποκρύπτουν δηλαδή τα αίτια της καπιταλιστικής δυναμικής ενώ είναι παράγωγα της. Έτσι ο λόγος που δομήθηκε ήταν «αν υπάρχει ατομική ευθύνη τότε κάποιος φταίει που τα πράγματα πάνε στραβά, κάποιος ελέγχει το ‘σύστημα’, θα τον βρούμε, θα τον εξουδετερώσουμε και εμείς μετά αυτόνομα και αυτοκυρίαρχα θα αναλάβουμε την εξουσία του εαυτού μας και των οικονομικών σχέσεων». Εδώ πλέον η εθνική θεμελιώδης φαντασίωση αποκτά τη δική της σχετικά αυτόνομη δυναμική από τις συνθήκες που τη γέννησαν, και επιφέρει πραγματικές επιπτώσεις στις υλικές σχέσεις. Γίνεται δηλαδή η ίδια υλική σχέση7. Η εθνική ιδεολογία δεν είναι η γλώσσα ή η θρησκεία αλλά μια συγκεκριμένη άρθρωση αυτών των χαρακτηριστικών σε συγκεκριμένα συμβολικά συστήματα τα οποία προέρχονται από συγκεκριμένα κοινωνικά συμβάντα/κοινωνικούς δεσμούς. Αυτή η αποτύπωση όμως είναι ήδη διττή και φετιχοποιημένη και αποκρύπτει τις πραγματικές αιτίες των δυναμικών του κεφαλαίου.

Έτσι δίνουν κίνητρο να εκτονωθεί η οργή και η απογοήτευση, η δίψα για πλήρωση της επιθυμίας απέναντι σε αυτόν που κατατάσσεται ως εχθρός και εμφανίζεται ως εμπόδιο: στον Βόσνιο, στην μουσουλμάνα, στον Κροάτη, στον Σέρβο. Το γεγονός ότι η αδιαφανής καπιταλιστική δυναμική ωθεί στη σύγκρουση παράγει την εξής αλληλουχία σχηματικά:

–> συγκρότηση ετερόνομων και άνισων ομάδων—>ομογενοποίηση των χαρακτηριστικών εντός των ομάδων και ταυτόχρονα ορισμός/ταυτότητα αυτών των χαρακτηριστικών σε ετεροκαθορισμό με τα χαρακτηριστικά του “Άλλου”—>εθνικισμός, ρατσισμός και φυσικοποίηση της διαφοράς ως ερμηνεία και ταυτόχρονα ως λύση στο πρόβλημα της σύγκρουσης—>ο εθνικισμός και ο ρατσισμός συγκροτούν κάθε κοινότητα αναπόφευκτα σε αντίπαλη κοινότητα, έτσι οι εθνικές και ρατσιστικές φαντασιώσεις γίνονται στρατηγικές με υπαρκτά ιστορικά αποτελέσματα, γίνονται όπως είπαμε αυτοεκπληρούμενες προφητείες γιατί αναγκάζουν τους αντιπάλους να φερθούν με ανάλογο προς την αντίπαλη φαντασίωση τρόπο.

2.Το μίσος ενάντια στον Βόσνιο.

Το Σερβικό μίσος ενάντια στο Βοσνιακό πληθυσμό δεν μπορεί να αποδοθεί σε απλές κοινωνιολογικές κατηγορίες όπως “θρησκευτικές διαφορές” ή “οικονομικές διαφορές” καθώς είτε δεν παρέχουν επαρκείς εξηγήσεις είτε χρησιμοποιούν τα αποτελέσματα των διαδικασιών ως εργαλεία ερμηνείας της ίδιας της διαδικασίας.

Ο βοσνιακός πληθυσμός υπήρξε το μεγαλύτερο θύμα των Γιουγκοσλαβικών πολέμων. Το μίσος εναντίον του θα πρέπει να εξηγηθεί μέσω της σχετικής αυτονομίας αλλά ιδιαίτερης δυναμικής που αποκτά το habitus, η άμεση εμπειρία, όταν οργανώνεται σε οργανωμένη εθνική ιδεολογία και έχει υλικές συνεπαγωγές όπως αναλύσαμε παραπάνω. Τότε η δυναμική του αυτο-αναπαράγεται με εκθετικό τρόπο. Γίνεται βάση του εαυτού του. Η θεμελιώδης φαντασίωση του Σερβικού εθνικισμού-όπως αναφέρθηκε ήδη στο δεύτερο μέρος-ήταν ότι οι αντίπαλοι εθνικισμοί θέλουν να καταστρέψου την Γιουγκοσλαβία, η οποία ήταν συνυφασμένη με τα εθνικά Σερβικά συμφέροντα. Ο Σέρβικος εθνικισμός ήθελε-υπό την κηδεμονία του-να συγκρατήσει την Γιουγκοσλαβία ενωμένη. Αυτή η προσδοκία αρχικά διαμορφωμένη από ιστορικό-οικονομικούς λόγους σύντομα απέκτησε κατά τη διάρκεια του πολέμου τη δική της δυναμική για τον “Άλλο”. Ο Άλλος γινόταν η προσωποποίηση του εμποδίου της απόλαυσης, της πλήρωσης του οράματος του Σερβικού εθνικισμού, ακόμα και αν το όραμα αυτό είχε μορφοποιηθεί ως επιθυμία8 ακριβώς λόγω της αδυναμίας εκπλήρωσης του από μια αρχική υστέρηση η οποία προκύπτει από την δυναμική του κεφαλαίου. Εδώ η οικονομική κρίση και στη συνέχει ο πόλεμος γίνεται το κεντρικό σημαίνον γύρω από το οποίο οργανώνεται η πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο σε κάποιον αποδίδεται η ματαίωση της κοινωνικής απόλαυσης και η αστάθεια, η ευθύνη του πολέμου, και δημιουργείται η δίψα για ‘αποκατάσταση’ της κοινωνικής ισορροπίας και ευμάρειας. δηλαδή της απόλαυσης του κρατικού/οικονομικού σώματος από τα υποκείμενα σε καινούρια/εθνικά πλαίσια όμως. Η πρόσβαση σε αυτό το μέλλον μας έχει κλαπεί από κάποιον, τον “Άλλο” ο οποίος πρέπει να αντιμετωπιστεί. Το πως θα αντιμετωπιστεί όμως έχει να κάνει με το υλικό του habitus, μια ιστορική δεξαμενή γνώσης, η οποία αναδιοργανώνεται επιθετικά μέσα στη φαντασίωση της εθνικής ιδεολογίας γύρω από το νέο κεντρικό σημαίνον.

Στην περίπτωση της Βοσνίας, η εικόνα που έβλεπε ο μέσος σέρβος εθνικιστής της εποχής ήταν λίγο διαφοροποιημένη από αυτή που έβλεπε για τον Κροάτη. Όμως η διαφορά αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο στο αποτέλεσμα. Η Κροατία μέσα από τα μάτια της Σερβίας ήταν εχθρός, μα όμοιος, ήταν ένας “μικρός άλλος”. Η Κροατία μπορεί να ήθελε να διαλύσει το Γιουγκοσλαβία και να ήταν εθνικός εχθρός αλλά ήταν ένας “ίσος” εχθρός, ένας εχθρός κατανοητός. Θεωρούταν από πριν ως ξεχωριστό έθνος, με δική του ιστορία, δική του παράδοση και συνεπώς στα πλαίσια των ευρύτερων εθνικών αφηγήσεων με μια “θέση στην ιστορία, με δικαίωμα ύπαρξης”. Ο Κροάτης ήταν εχθρός, αλλά δεν ήταν άξιος εξολόθρευσης. “Ήταν άξιος εχθρός, κάποιος άλλος, μα σαν εμάς”.

Αντιθέτως στις Σερβικες αφηγήσεις οι οποίες κυκλοφορούσαν χρόνια στη Γιουγκοσλαβικη κοινωνία, αν και αρχικά δεν γινόντουσαν αντιληπτές ως εχθρικές-ο Βόσνιος δεν είχε ποτέ το στάτους του αυτόνομου υποκειμένου. Αντιθέτως η δημοφιλής εντύπωση ήταν ότι ήταν “μουσουλμάνοι Σέρβοι” άτομα κατώτερου στάτους ανάξια λόγου. Όταν όμως η δυναμική του κεφαλαίου μορφοποίησε την επιθυμία και τις κοινωνικές φαντασιώσεις με επιθετικούς όρους και όρους έλλειψης, οι Βόσνιοι έγιναν κάτι παραπάνω από εχθρός. Ήταν ένας εχθρός ακατανόητος, ικανός για όλα. Ο Βόσνιος μετατράπηκε σε ένα “μυστήριο”: γιατί αυτοί θέλουν να καταστρέψουν την Γιουγκοσλαβία ενώ δεν έχουν καν “δικό τους έθνος” φαίνεται να έλεγε η Σερβική εθνική φαντασίωση στον εαυτό της. Ο Βόσνιος συνεπώς αρχίζει και μοιάζει με τον εβραίο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με αντιφατικό τρόπο γίνεται κάποιος που είναι ακραία υποτιμημένος(δεν έχει καν έθνος) και από την άλλη απροσδόκητα ικανός και εχθρικός για όλα. Το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν είχε καταλάβει κανείς τις ‘προθέσεις’ τους συνηγορούσε στην “πανουργία τους”. Η εθνική φαντασίωση εδώ συγκροτείται πλέον ως καταδίωξη:ο αντίπαλος πρέπει να εξολοθρευτεί, ή τουλάχιστον να υποταχθεί ολοκληρωτικά.

Η κάθε εθνική φαντασίωση ξεκινά από αυτό που την γέννησε, τις αντιφάσεις του ΚτΠ και φέρει μέσα της τις αρχικές της τάσεις: Ο σερβικός εθνικισμός επιδίωκε να κρατήσει την Γιουγκοσλαβία ενωμένη(δες δεύτερο μέρος) αλλά για να συμβεί αυτό, κάποιοι που την αποσταθεροποιούσαν έπρεπε-στα πλαίσια αυτή της διήγησης-να αφανιστούν ή τα κοινωνικά τους δίκτυο να κατακερματιστούν πλήρως, δηλαδή να μην αφανιστούν ως φυσικά άτομα άλλα ως κοινότητα. Γιαυτό και στη Βοσνία, δεν είχαμε εκτοπισμούς, αντιθέτως είχαμε εκκαθαρίσεις και βιασμούς. Ο αντίπαλος εδώ ήταν ταυτόχρονα ένας ύπο-λαός και ένας ύπερ-λαός, που μόνο ακραία μέσα μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν.9

3.Μια κριτική του σύγχρονου αντι-ιμπεριαλιστικού υποκειμένου ή ‘κάνοντας μη κριτική’

Ένα από τα σημαντικά σημεία κριτικής είναι η κριτική του σύγχρονου αντι-ιμπεριλισμού. Αποτελεί αντικείμενο θυελλωδών συζητήσεων για ποιο λόγο αντι-ρατιστικές, αντιφασιστικές και αναρχικές οργανώσεις επιλέγουν να σταθούν στο πλάι ατόμων αλλά και διαδικασιών στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος. Η απάντηση εδώ δεν μπορεί να είναι ότι “έχουν λάθος ανάλυση’ καθώς προηγείται αυτής της απάντησης το ερώτημα “γιατί έχουν αυτήν την ανάλυση;”Αυτό το οποίο είναι επίσης ενδιαφέρον είναι η εμμονή σε αυτή.

Ήδη από το 1980 και μετά κάθε σταθερό σημείο αναφοράς στον Δυτικό κόσμο-τουλάχιστον-καταρρέει. Ο κόσμος, υπό το φως του ύστερου καπιταλισμού, όπου το κεφάλαιο και οι κοινωνικές αλλαγές-τόσο σε προσωπικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο-είναι πλέον επιταχυνόμενες, κάθε σταθερό σημείο αναφοράς του κοινωνικού νοήματος χάνεται. Αυτό εξακολουθητικά οδηγεί σε μια σχετική ρευστοποίηση-για να μην αναφερθούμε σε κατάρρευση- του συμβολικού πεδίου. Με λίγα λόγια χάνουμε τα μέσα με τα οποία μέχρι στιγμής ο κόσμος γινόταν κατανοητός.10 Αυτό το συναίσθημα εντάθηκε μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και τις χαοτικές αλλαγές που ακολούθησαν στην περίοδο 1991-2014 παγκοσμίως. Οι μεγάλες αφηγήσεις αχνοσβήνουν. Το σύγχρονο συμβολικό πεδίο γίνεται η προφανής κρίση του έθνους κράτους. Πάνω σε αυτές τις αντιφάσεις συγκροτείται η σημερινή παρόρμηση για μια αναγκαία φανταστική επαναφορά των μεγάλων αφηγήσεων. Το habitus λόγω της αστάθειας οργανώνεται όχι απλά σε ιδεολογία-καθώς τίποτα σταθερό δεν υπάρχει να την οργανώσει- αλλά σε φαντασίωση-σύνθωμα. Το αντι-ιμπεριαλιστικό εμμονικό υποκείμενο είναι μια έκφανση του σημερινού υποκειμένου: το τρομοκρατημένο υποκείμενο της κανονικόμορφης ψύχωσης, το υποκείμενο δηλαδή που προσπαθεί να βρει μια φαντασιακή σταθερότητα σε έναν κόσμο ασταθή .

Η απάντηση σε αυτό-από μια μερίδα υποκειμένων- είναι μια προσπάθεια να ξανασυγκροτηθεί κάποια σταθερότητα, όχι όμως στις υλικές σχέσεις αλλά πρώτα και κύρια στη φαντασία. Προσαρμόζεται δηλαδή στην τωρινή στιγμή όχι μέσω-κυρίως-μιας υλικής διάδρασης αλλά μιας φαντασίωσης που ύστερα γίνεται υλική δύναμη. Τα υποκείμενα προσπαθούν να ξαναχτίσουν μια μεγάλη αφήγηση του συμβολικού πεδίου για να μπορέσουν να υπάρξουν αυτά μέσα σε αυτό, να προβάλλουν δηλαδή τη θέση του υποκειμένου τους στην μεγάλη αφήγηση. Τι λέει όμως αυτή η φαντασίωση; Ισχυρίζεται στον εαυτό του το υποκείμενο ότι «τίποτα δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει, και ότι τα παλιά συμβολικά πεδία-του έθνους, της εργατικής τάξης, της ανάπτυξης-και τα παλιά habitus είναι ακόμα σταθερά ή τουλάχιστον, μπορούν να επανέλθουν με σχετική σταθερότητα». Έτσι το υποκείμενο δεν κοιτάει στο παρελθόν με μια αναστοχαστική/συνδιαστική ματιά αλλά με μια προσκόλληση. Είναι η απόπειρα επαναδημιουργίας ενός συμπαγούς υποκειμένου το οποίο έχει τη δυνατότητα να δρα πολιτικά, με συγκεκριμένους σκοπούς και αποτελέσματα με τους όρους του παρελθόντος. Οι κατακερματισμένοι πολιτικοί εαυτοί προσπαθούν να ξαναεπισυνάψουν την εικόνα του εαυτού τους, δηλαδή να φανταστούν έναν κόσμο με νόημα. Συνεπώς ισχυριζόμαστε εδώ ότι ο αντι-ιμπεριαλισμός σήμερα θα πρέπει να γίνει αντιληπτός ως σύνθωμα, δηλαδή ως μια προσωπική φαντασίωση στην προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου. Μέσα από αυτή τη φαντασίωση-που συγκροτεί πλέον τη συμβολική του πραγματικότητα- το σύγχρονο αντι-ιμπεριαλιστικό υποκείμενο δεν κοιτά μόνο το παρόν αλλά επανερμηνεύσει αναδρομικά όλη του την ιστορία για να της δώσει-ξανά-νόημα και μια αίσθηση συνέχειας με το τώρα11. Έτσι φυλακίζει τη σκέψη αλλά και την ιστορική διαδικασία με μια διαλεκτική παρελθόντος-παρόντος η οποία ποτέ δεν αποδεσμεύεται σε ένα μέλλον. Ο αντι-ιμπεριαλισμός είναι μια συντηρητική επανάσταση ενάντια στην «πρόοδο» του κεφαλαίου, και αυτό διαπερνά όλο το πολιτικό φάσμα.

 Οι σύγχρονοι αντι-ιμπεριαλιστες προσπαθούν να επαναφέρουν διηγήσεις όπως την “ένδοξη εθνική ανεξαρτησία, και την ισχυρή τάξη μέσα σε αυτή”. Δεν επαναφέρουν απλά σε νέους συνδυασμούς αφηγήσεις ή θεωρίες του παρελθόντος, αντιθέτως προσκολλούνται φαντασιακά στο παρελθόν και μετά το ερμηνεύουν αναδρομικά με βάση τη φαντασίωση τους. Έτσι γεμίζουν πληθωριστικά τον δημόσιο λόγο και την “κοινωνική δεξαμενή της γνώσης” με μια νέα ερμηνεία του παρελθόντος προσαρμοσμένη στη θεμελιώδη φαντασίωση τους, η οποία εξ αρχής ισχυρίζεται ότι «τίποτα δεν έχει αλλάξει», είναι δηλαδή βουτηγμένη στους φετιχισμούς του κεφαλαίου. Η λογική αυτή, εξαλείφει τις ιστορικές στιγμές της αμφισημίας και κινδύνου-έτσι όπως τις περιέγραψε λακωνικά ο W.Benjamin- που έγινε ορατή οριακά μια «άλλη κοινωνία», καθώς ερμηνεύει το παρελθόν γύρω από έναν καπιταλιστικό άξονα νοήματος (του εθνικού-κεϋνσιανού κράτους). Έτσι κάθε πραγματική επανάσταση του παρελθόντος, εκείνες οι στιγμές που η ουτοπία ράγισε και έσταξε μέσα στην πραγματικότητα του κόσμου, εξαφανίζεται. Κάθε κριτική που εμφανίστηκε μέσα στο ρίζωμα του ιστορικού προτσές χάνεται και στη θέση της εμφανίζεται μια καπιταλιστική-εθνική, αντι-ιμπεριαλιστική ερμηνεία της ιστορίας, η οποία ισοπεδώνει τους νεκρούς της επανάστασης μέσα στο ίδιο τους το κάστρο καθώς δεν εμφανίζεται σαν κυριαρχία του κεφαλαίου μα σαν επανάσταση, μια επανάσταση όμως που «δεν σώζει την παράδοση από τον κομφορμισμό» αλλά αντιθέτως την εμποτίζει. Μαζί με εκείνες τις στιγμές του παρελθόντος που η ουτοπία εμφανίστηκε εμβρυακά, χάνεται και το υλικό του μέλλοντος. Η επιθυμία προσδένεται για πάντα σε έναν φαύλο κύκλο με το παρελθόν. Το μέλλον γίνεται μια βασανιστική αιώνια επανάληψη.

Έτσι επαναπροσαμόζουν όχι μόνο τη σκέψη τους αλλά συνολικά τη γνώση ως προς ένα σήμερα το οποίο επιθυμεί να παραμείνει ίδιο, το όραμα του μέλλοντος προβάλλεται ως επιστροφή σε ένα παρελθόν. Η αντι-ιμπεριαλιστική κριτική αντιτάσσει στην κινητικότητα του κεφαλαίου και του κατακερματισμένου κόσμου την σταθερότητα παλαιότερων μορφών του κεφαλαίου ως φαντασίωση. Κατά αυτό τον τρόπο η αντι-ιμπεριαλιστική κριτική είναι νεο-συντηριτική: δεν είναι μόνο το περιεχόμενο της αλλά και η λειτουργία της. Εγκλωβίζει τη σκέψη στο παρελθόν της, προσαρμόζει το παρελθόν στο φανταστικό παρόν και το παρόν στο παρελθόν αναδρομικά και αμοιβαία. Ο αντι-ιμπεριαλισμός είναι στο πλευρό της καπιταλιστικής αντίληψης της ιστορίας όχι μόνο λόγω του περιεχομένου του αλλά και λόγω της λειτουργίας του: μειώνει την πραγματική κριτική, δηλαδή τη σκέψη που προσπαθεί να διαπεράσει τις προϋποθέσεις της, και με αυτό τον τρόπο εγκλωβίζεται σε αυτές. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν είναι άλλες από τις κοινωνικές σχέσεις του κεφαλαίου-παρελθούσες ή νέες- που επηρεάζουν την σκέψη κάθε ιστορική περίοδο.

Ακριβώς για αυτό το λόγο συναντιέται η αντι-ιμπεριαλιστική αριστερά με άκρα-δεξιά, καθώς και αυτή προσπαθεί να επαναφέρει μια παρόμοια μεγάλη αφήγηση του έθνους-ο κατακερματισμός του ύστερου καπιταλισμού έφερε κρίση σε όλες τι αφηγήσεις, όχι μόνο στις αντι-ιμπεριαλιστικές. Από την άλλη όμως η αντι-ιμπεριαλιστική αριστερά και και αντι-εξουσία αρνούνται να σταθούν πραγματικά δίπλα σε αυτούς με τους οποίους συναντιούνται καθώς διατηρούν ακόμα τη φαντασίωση για τον εαυτό τους-αυτό είναι που τις συγκροτεί ως υποκειμενοποιημένες πολιτικές ομάδες12-ότι είναι δυνάμεις προόδου, κομμουνισμού και “αλλαγής”. Μια συνάντηση με όσους πραγματικά υποστηρίζουν τις ίδιες στοχεύσεις με αυτούς θα έφερνε σε κρίση τον μοναδικό άξονα που έχουν πλέον για να συγκροτήσουν τον κόσμο τους με κάποιο νόημα, καθώς θα έκανε εμφανή την αντίφαση: πολλά από τα αντι-ιμπεριαλιστικά προτάγματα είναι κοινά πλέον μεταξύ άκρας αριστεράς και δεξιάς. Η φαντασίωση πρέπει να διατηρηθεί πάση θυσία ενάντια είτε στις πρακτικές της διαψεύσεις είτε στην κριτική που δέχεται.

Στη καλύτερη περίπτωση αυτή η αμυντική στάση του αντι-ιμπεριαλιστικού υποκειμένου παίρνει την μορφή της άρνησης της συνάντησης υπό το φόβο της διάψευσης. Στη χειρότερη την ιδεολογική εκλογίκευση και ενσωμάτωση κάθε διάψευσης ή αντίφασης: ο αντι-ιμπεριαλιστής για να σώσει στην φαντασίωση του θα ενσωματώσει σε αυτή κάθε αντίθεση της, είναι έτοιμος να δεχτεί εκπτώσεις, στρατηγικούς ελιγμούς, ημι-ακροδεξιούς, στρατηγικές συμμαχίες άρνηση και φετιχοποίηση του αντιπάλου για να καλυφθεί η άρνηση. Η εικόνα του σημερινού αντι-ιμπεριαλιστικού υποκειμένου δεν είναι τίποτα άλλο από το κατακερματισμένο υποκείμενο της κανονικόμορφης ψύχωσης, το οποίο προσπαθώντας να πιαστεί από κάπου, χτίζει έναν ρωμαλέο εαυτό, μια μεγάλη και λαμπρή αφήγηση για να καλύψει τον τρόμο και το φόβο του ασυνείδητου του σε έναν κόσμο χωρίς σταθερότητα. Γιαυτό και η Γιουγκοσλαβία αποτελεί το σημείο μηδέν του σύγχρονου νεο-συντηριστισμού. Είναι η αφήγηση πάνω στην οποία δεξιά και αριστερά συγκροτεί τον εαυτό της και παρασέρνουν μαζί τους και όλο το παρελθόν σε μια ξεφτισμένη αιώνια επιστροφή.

ΥΓ Επίσης θα θέλαμε να θυμίσουμε ότι η ιστορία δεν υποστασιοποιείται σε ένα άτομο. Οι σπουδαίες προσωπικότητες στις οποίες συμπυκνώνεται η “Ιδέα” της ιστορικής πορείας όπως τις φανταζόταν ο Hegel προφανώς και δεν υπάρχουν. Τα άτομα είναι παράγωγα κοινωνικών μακρο-ιστορικών διαδικασιών. Συνεπώς το ζήτημα για εμάς δεν είναι να κριθεί ένοχος ατομικά ο Μιλόσεβις ή ο Franjo Tuđman από κάποιο διεθνές δικαστήριο. Αντιθέτως όμως είναι σημαντικό να μην αθωωθούν καθώς οι υπερασπιστές τους αλλά και το κοινό τους εντάσσονται σε ένα πεδίο λόγου που θεωρούν ότι όντως σε αυτούς προσωποποιείται το έθνος και η ιστορία και η εθνική αφήγηση και συνεπώς μέσω της αθώωσης τους, έρχεται και η αθώωση του έθνους από τα καταστατικά του εγκλήματα(ο λόγος αυτός αναδύθηκε ξεκάθαρα στην ίδια την Σερβία μετά τα νεα της υποτιθέμενης αθώωσης 1,2). Ακριβώς επειδή θεωρούν ότι η ιστορία κινείται από προσωπικότητες, και ό,τι το υποκείμενο φέρει ατομική ευθύνη, μια ενδεχόμενη αθώωση θα τους έδινε την δυνατότητα να γράψουν ότι ό,τι εγκλήματα έγιναν αποτελούσαν προσωπικές “παρεκκλίσεις”. Εκεί η αστική άποψη περί “ιδιώτη-ατόμου που είναι απόλυτος κύριος των πράξεων του” ηγεμονεύει και το έθνος μπορεί να αθωωθεί. Η κριτική δεν εξαντλείται ούτε στο ελάχιστο στην καταδίκη μιας πολιτικής προσωπικότητας για τα εγκλήματα του έθνους. Όμως η μη αθώωση εξασφαλίζει ότι η συζήτηση περί εγκλημάτων, έθνους και πολιτικής μορφής παραμένει ανοιχτή και συνεπώς αφήνει ανοιχτό το πεδίο περαιτέρω κριτικής.

ΥΓ2 Έγραφε ο βόσνιος ποιητής Izet Sarajlic στο σπίτι του στο Sarajevo κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών

Η θεωρία του να κρατάς μια απόσταση

επινοήθηκε από τους συγγραφείς υστερόγραφων

που δεν θέλουν να ρισκάρουνε πολλά.

Εγώ από την άλλη, είμαι μεταξύ αυτών, που

προτιμούν τις Δευτέρες να μιλάν για τις Δευτέρες

γιατί την Τετάρτη μπορεί να είναι πολύ αργά.

Είναι φυσικά πολύ δύσκολο να γράψεις ποιήματα

σε τούτο το κελί

Αλλά ενώ οβίδες εκρηγνύονται ολόγυρα σου

Είναι ακόμα δυσκολότερο να μην γράψεις ποίηση.

Υποσημειώσεις

1 στις μάχες βλέπουμε-μεταξύ άλλων -και προλετάριους κατά πλήθη να δηλώνουν εθελοντές πολλές φορές, εν τέλει οι προλετάριοι έχουν πατρίδα, και γιαυτό πρέπει να πολεμήσουν και εναντίον της.

2Κάνοντας το πιο κατανοητό, και χρησιμοποιώντας τους ορισμούς των Annales μπορούμε να πούμε ότι το κεφάλαιο είναι μια σχέση που δουλεύει σε εξίσου σε όλους τους ιστορικούς χρόνους: Η αφηρημένη του διάσταση στον Μακρύ χρόνο, η μακροκοινωνική του στον Μέσο, και οι άμεσα βιωμένες συνθήκες του στον βραχύ. Παρόλα αυτά οι τρεις χρόνοι εδώ γεφυρώνονται σε μια ενιαία δομή. Αυτή της καπιταλιστικής ολότητας.

3Εδώ να τονιστεί ότι δεν είναι απαραίτητο αυτή η επένδυση σε κάποια χαρακτηριστικά και διαφορές να παίρνει το χαρακτήρα αρνητικής διαφοράς/ετερότητας με άλλα χαρακτηριστικά άλλων κοινοτήτων. Είναι μια άμεση επένδυση επιθυμίας και απόλαυσης μέσω της συνήθειας, η οποία τείνει να μοιάζει “φυσιολογική”. Αυτή η παγίωση για να μετατραπεί σε ένα συμβολικό σύστημα με μια θεμελιώδη φαντασίωση ως αρνητική διαφορά θα πρέπει μεσολαβήσουν και άλλα συμβάντα στην κοινωνική μηχανή-πέρα από τον έλεγχο του υποκειμένου-που θα διαμορφώσουν την μνήμη και την αντίληψη του με ανταγωνιστικούς όρους ως προς την επιθυμία του άλλου και θα δημιουργήσουν την αυταπάτη ότι η φαντασίωση που αναδύεται ήταν πάντα εκεί εξ αρχής, φυσικοποιημένη. Θα του εμφυσήσουν την ιδέα ότι ‘ο άλλος του έχει κλέψει την “απόλαυση”, το μέλλον. Η επιθυμία του άλλου, δηλαδή οι πράξεις του, τα θέλω του, ο τρόπος που ζει και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και το κόσμο, αποτελούν εμπόδιο. Δεν παράγει το υποκείμενο ένα σύνολο συμβάντων-το υποκείμενο συμμετέχει σε ένα σύνολο συμβάντων και παράγεται κατά τη διάρκεια τους, και εκ των υστέρων τα αποδίδει τα χαρακτηριστικά σε υποκείμενα. Οι θεωρητικές αναφορές για αυτό που αναφέρουμε εδώ είναι πολλές για να αναφερθούν σε μια υποσημείωση. Αρκεί να αναφέρουμε ότι πηγάζουν κριτικά και συνδιαστικά-σε γενικές γραμμές από το έργο των Projekt IdeologieKritik του W.F.Haug, τους Μπρεϊγί και Γκέλνερ για την εθνική ιδεολογία ως συγκρότηση ιδεολογικών συστημάτων από πρώτο-ιδεολογικά στοιχεία, τον P.Bourdieu και το δημιουργικό habitus, την ανάγνωση των Hume, και Freud (ιδιαίτερα την προέκταση της έννοιας του Nachträglichkeit ως μνήμης όχι του υποκειμένου, αλλά που συγκροτεί το υποκείμενο στο χρόνο ως προβολή στο παρελθόν) από τον G.Deleuze, τις λακανικές προσεγγίσεις του υποκειμένου ως μιας δομής που συγκροτείται από συγκεκριμένα κοινωνικά συμβάντα, και την έννοια του φετιχισμού του κεφαλαίου-και όχι του εμπορεύματος- του Marx. Εδώ δεν ισχυριζόμαστε ότι η ανάλυση εξαντλείται στην εμπειρία αλλά ότι η βασική μορφή συγκρότησης του υποκειμένου είναι η εμπειρία. Η ανάλυση και η αποδόμιση του περνούν πέρα από τον εμπειρισμό. Μια γενικότερη και πιο εκτεταμένη ανάλυση της μνήμης και της υποκειμενικότητας είναι πολύ δύσκολο να γίνει εδώ.

4Οι δύο άξονες ανάλυσης και κανονικοποίησης της ιδεολογίας(οριζόντιος και κάθετος) που χρησιμοποιούνται εδώ προέρχονται από τους P.Bourdie και W.F.Haug. Όπως και οι δύο τονίζουν αυτοί οι δύο άξονες δεν πρέπει να θεωρούνται ως δυο ξεχωριστές κοινωνικές καταστάσεις αλλά δύο διαστάσεις της ίδιας σχέσης. Είναι πρωτίστως αναλυτικές κατηγορίες και ύστερα κοινωνιολογικές.

5Εδώ για να είμαστε ξεκάθαροι: οι δυσλειτουργικότητα του κεφαλαίου που αναφέρουμε δεν είναι κάποια ουσιαστική δυσλειτουργικοτητα. Αντιθέτως η ανάγκη αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου εμφανίζεται ως δυσλειτουργικότητα στα υποκείμενα τα οποία αναπαράγονται μέσω αυτής. Εδώ εμφανίζεται ο αλλοτριωμένος χαρακτήρας της σχέσης όπου η αναπαραγωγή της περνά πάνω από τα συστατικά της μέρη.

6Η μνήμη δεν θα πρέπει να γίνεται κατανοητή ως μια παρελθούσα στιγμή που ως τέτοια υπάρχει αποθηκευμένη στο μυαλό, αλλά ως κάτι που ανακαλείται από αυτό και επαναδιαμορφώνεται στο παρόν και ξαναπροβάλλεται στο παρελθόν φυσικοποιώντας έτσι τις αντιφάσειςτου σήμερα. Η σκέψη εδώ εγκλωβίζεται στον εαυτό της.

7Υπενθυμίζουμε εδώ το “ρητό” του W.I.Thomas ότι “αν οι άνθρωποι θεωρούν μια κατάσταση ως αληθινή τότε αυτή έχει αληθινές επιπτώσεις. Αυτή η φράση συνοψίζει πολύ καλά τον τρόπο με τον οποίο το habitus κανονικοποιείται σε οργανωμένη ιδεολογία, μετατρέπεται σε θεμελιακή φαντασίωση μέσω μιας σειράς κοινωνικών ενεργειών και γίνεται ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζουμε αλλά και πράττουμε στο κόσμο, γίνεται υλική δύναμη. Ίσως το πιο τρανό παράδειγμα τέτοιου τύπου ήταν η σερβική μανία ενάντια στην Βοσνία.

8Εδώ ακολουθούμε την οντολογία της επιθυμίας των Deleuze και Guattari όπου η επιθυμία προηγείται της έλλειψης, αλλά αντιθέτως γίνεται διαρκώς αντικείμενο διαμόρφωσης από κοινωνικά συμβάντα.

9Οι διαφορές στα νούμερα των θυμάτων είναι εμφανείς για να αποδείξουν του λόγου το αληθές. Στη Βοσνία οι εκτελέσεις γίνονταν κατά χιλιάδες(δες δεύτερο μέρος εδώ)

10Εδώ αν συνδυάσουμε την έννοια του habitus με αυτή του υπερ-επιταχυμένου καπιταλισμού και και την έννοια του συμβολικού πεδίου, τότε καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι τα συμβολικά πεδία πλέον δεν είναι σταθερά ούτε ως φαντασίωση. Το μόνο που γίνεται όλο και πιο σταθερό είναι ο ρυθμός κατάρρευσης τους.

11Δες εδώ το κείμενο μας “αναδρομική μηχανή λόγου”.(Ο Bourdieu τόνιζε ιδιαίτερα το γεγονός ότι το habitus έχει και μια συντηρητική πλευρά. Σε αυτό το σημείο η ανάλυση του μπορεί να ταυτιστεί με τον εργαλειακό λόγο ή την «κοινή λογική» του Deleuze. Οι τρεις αυτές έννοιες αν και όχι εντελώς όμοιες, έχουν μεγάλη εγγύτητα και σε διαφορετικούς συνδυασμούς μπορούν να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμες στην κριτική του υποκειμένου)

12Subjected groups

Advertisements

5 comments on “Η Γιουγκοσλαβία ως το σημείο μηδέν του νεο-συντηρητισμού μέρος 3ο-Κάνοντας [μη]κριτική.

  1. Κλέων Ι.
    17.10.2016

    Για τον παραλληλισμό ‘Βόσνιοι/Εβραίοι’ στην σερβική αφήγηση, ένα μικρό απόσπασμα από:

    # Τα ρατσιστικά ψέματα της σερβικής προπαγανδιστικής μηχανής
    https://xyzcontagion.wordpress.com/2016/04/08/yugo-08/

    […] Οσο για τα ‘επιχειρήματα’ πως δήθεν οι μουσουλμάνοι (και αργότερα οι Αλβανοί) σκότωναν τους δικούς τους ανθρώπους ή πως οι ελεύθεροι σκοπευτές και οι βομβαρδιστές του Σαράγεβο ήταν Βόσνιοι που στόχευαν μουσουλμάνους για να παρουσιάσουν θύματα ή πως ο Ιζετμπέγκοβιτς συμφώνησε με τον Κλίντον να εκτελέσει 5.000 συμπατριώτες του για να δικαιολογήσουν την δυτική δυναμική αντίδραση, αυτά όλα είναι ανάξια λόγου ή και απλής αναφοράς ακόμα. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ και με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, στο τέλος, επειδή έτσι το θέλει η ένδεια επιχειρημάτων των δικαιολογητών των σφαγών.

    Οποιος, λοιπόν, χαίρεται να χρησιμοποιεί τέτοια ‘επιχειρήματα’ για να δικαιολογήσει τις εθνοκαθάρσεις, θα τον συμβουλεύαμε, για να μην χάνει και για να μην χάνουμε άδικα το χρόνο μας, να περάσει απευθείας στο απόλυτο επιχείρημα: Οι Βόσνιοι είναι ‘γενετικά νόθοι’ (αν θυμάστε και την έκφραση ενός χαρακτηριστικού χρυσαυγίτη). και επειδή οι φυλετικώς νόθοι ‘υπάνθρωποι’ και μόνο που υπάρχουν μολύνουν τη ράτσα, ήταν θεϊκής έμπνευσης έργο η εξόντωσή τους. Αυτό είχε υποστηρίξει η αντιπρόεδρος και διάδοχος του Κάρατζιτς, η καθηγήτρια βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαράγεβο Μπιλιάνα Πλάβσιτς
    https://archive.is/c6t66

    (Biljana Plavsic, καταδικασμένη σε 11 χρόνια έπειτα από παραδοχή ενοχής):

    «[The Bosnian Muslim population] was genetically deformed material that embraced Islam. And now, of course, with each successive generation this gene simply becomes concentrated. It gets worse and worse, it simply expresses itself and dictates their style of thinking and behaving, which is rooted in their genes» (Svet, Novi Sad, 06/09/1993).
    «We are disturbed by the fact that the number of marriages between Serbs and Bosniaks has increased because mixed marriages lead to an exchange of genes between ethnic groups, and thus to a degeneration of Serb nationhood». (Oslobodjenje, Sarajevo, Μάιος 1994).

    Η Μπιλιάνα Πλάβσιτς είχε δηλώσει επίσης πως:

    «Οι Σέρβοι της Βοσνίας είναι πολύ καλύτεροι Σέρβοι από τους Σέρβους στη Σερβία, επειδή ανάπτυξαν μηχανισμούς άμυνας ζώντας επί δεκαετίες δίπλα σε άλλα είδη από τα οποία απειλούνται».

    Αλλά δεν αποτελεί αυτή η δήλωση τη μοναδική απόδειξη για τον εξοντωτικό ρατσισμό εναντίον των Βόσνιων. Παρόμοιες ναζιστικού τύπου αντιλήψεις είχαν εκφράσει τόσο ο Μλάντιτς:

    «We all know who the Turks are. As a matter of fact these Muslims are not even Turks, they are converts, they’ve betrayed the Serb people and repressed them for 500 years. That was the worst scum, the Serb people who changed their religion»

    όσο και άλλοι Σερβοβόσνιοι μεγαλοπαράγοντες όπως ο Luka Dragicevic, διοικητής της 2ης Ταξιαρχίας Podrinje του Σώματος Στρατού Sarajevo-Romanija:

    «Serbs were genetically better, stronger, more handsome and cleverer. Try to remember how many Muslims there were among the top ten pupils, students or soldiers -only a few. Why? Because they are ‘poturice’ [derogatory, όρος για προσηλυτισμένους στον Ισλαμισμό (Muslim converts)] and only the weakest of the Serbs became ‘poturice’».

  2. Παράθεμα: Η Γιουγκοσλαβία ως το σημείο μηδέν του νεο-συντηρητισμού μέρος 2ο-Τα εγκλήματα και η καταγραφή τους. | Our baba doesn't say fairy tales

  3. Ονειρμός
    20.10.2016

    Νομίζω πως η ιστορία του όρου ιμπεριαλισμός, εκ των imperium αλλά και με Λένιν κλπ, σήμαινε θετική συμβολή των αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων στην ταξική πάλη, παρά τα όρια και την ήττα. Μένει να διακριθεί καλύτερα αυτό το κρίσιμο σημείο, ο αντενεργός αντι-ιμπεριαλισμός από μια αντι-ιμπεριαλιστική πάλη όχι από τη σκοπιά της επιστροφής στο έθνος-κράτος. Εξάλλου ο αντι-ιμπεριαλισμός συνδέθηκε και με μερικές από τις πιο »εθνοπροδοτικές» πράξεις στην ιστορία. Ο όρος ιμπεριαλιστική επέμβαση νομίζω έχει επικαιρότητα, στη σύνδεσή του με την επεκτατικότητα του κεφαλαίου και τη συμπλοκή με τον πόλεμο, αρκεί να μην είναι το κύριο σημαίνον που καθορίζει την πολιτική.

  4. Παράθεμα: Η Γιουγκοσλαβία ως το σημείο μηδέν του νεο-συντηρητισμού μέρος 3ο-Κάνοντας [μη]κριτική. – radicalsubjectivityblog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Information

This entry was posted on 17.10.2016 by in άρθρα/статья and tagged , , , , .

Πλοήγηση

Αρέσει σε %d bloggers: