Our baba doesn't say fairy tales

anti state communist news from the ex communist states

Η Γιουγκοσλαβία ως το σημείο μηδέν του νεο-συντηρητισμού μέρος 1ο-Η προϊστορία

Serbian judge orders Karadzic to UN tribunal

Facilis descensus Averni: Noctes atque dies patet atri ianua Ditis; Sed revocare gradium superasque evadere ad auras, Hoc opus, hic labor est”1

Αυτό είναι το πρώτο μέρος του αφιερώματος μας για τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, τις πολιτικές επιπλοκές της και κυρίως τη σημασία των σύγχρονων αναγνώσεων της.

Το παρακάτω κείμενο είναι μια προσπάθεια να αποτιμηθούν τα γεγονότα της Γιουγκοσλαβικής διάσπασης. Η έκταση του αλλά και το περιεχόμενο του σχετίζονται με ζητήματα που έχουμε δει να απασχολούν τον ελληνικό κινηματικό χώρο. Δεν θεωρεί ότι κομίζει την “αλήθεια”-ένα διακύβευμα χαμένο από καιρό-αλλά μια συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων που θεωρούμε ότι είναι πιο προσοδοφόρα για την άντληση παραδειγμάτων ή ερωτημάτων που μπορούν να μας φανούν χρήσιμα στο σήμερα. Και όταν εννοούμε χρήσιμα στο σήμερα μιλάμε για το διακύβευμα του κομμουνισμού ως θεωρητικής διερεύνησης και πρακτικής διαδικασίας, δηλαδή για την συνολική κατάργηση της αξίας ως κοινωνική σχέσης, της εξομοιωτικής της λειτουργίας και του κράτους. Επίσης από την ίδια σκοπιά και με τον ίδιο στόχο θίγονται ζητήματα ιστοριογραφίας, ιστορικότητας και λογικής. Η έννοια της ιστορίας είναι άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια και τη μορφή του υποκειμένου, κι αυτό με τη σειρά του με τις κοινωνικές δυνάμεις που το διαμορφώνουν: τις δυνάμεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και των αντιφάσεων της.

Η ιστορία είναι ένα πράγμα αναδρομικό. Η ιστορία είναι η γεγονοτολογική άναρθρη κραυγή των γεγονότων η οποία αναδρομικά ερμηνεύεται από το σημερινό υποκείμενο. Η ιστορία είναι παιδί-σχηματοποιείται και παράγεται ως οντότητα-μέσα στο συμβολικό πεδίο του σήμερα το οποίο κοιτάζει προς τα πίσω και δίνει νόημα στις κραυγές του παρελθόντος. Το ίδιο το ιστορικό υλικό καθ’ αυτό είναι χαώδες, δεν έχει καμία συνοχή. Αν ο όρος “ριζωματικός” των Deleuze και Guattari είναι κάπου πραγματικά χρήσιμος, τότε σίγουρα είναι εδώ. Η ιστορία αναπλάθεται. Ένα λογικό μονοπάτι από τα χιλιάδες λογικά μονοπάτια διαφορών και συνδέσεων της, επιλέγεται βάσει μιας λογικής που είναι ήδη στο τώρα διαμορφωμένη. Η ιστορία είναι πάντα μια αφήγηση που καταλήγει στο υψηλότερο σημείο της, το οποίο όμως δεν είναι το τέλος της, αλλά στην πραγματικότητα η αρχή της. Η ιστορία είναι ένα παράδοξο βουνό που ξεκινάει από την κορυφή και απλώνεται στους πρόποδες. Το ποια ιστορία επιλέγει να διαβάσει κάποιος στο ιστορικό υλικό λέει πιο πολλά γιαυτόν παρά για την ιστορία καθ’ αυτή. Η ιστορία δεν είναι απλά η ιστορία της ταξικής πάλης. Η ιστοριογραφία είναι ταξική πάλη καθ’αυτή.

1.Επιστροφή στον μαρξισμό της ταξικής πάλης

Το σύνολο σχεδόν της βιβλιογραφίας και κυρίως της αρθρογραφίας αποδίδει τον κατακερματισμό της Γιουγκοσλαβίας σε εθνικές εντάσεις ή σε εξωτερικές παρεμβάσεις. Προφανώς κάθε ανάλυση έχει το μερίδιο της αλήθειας, καθώς η “αλήθεια” είναι ένα περίεργο πράγμα. Και εξωτερικές επεμβάσεις υπήρξαν-του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας, και εσωτερικές εθνικές εντάσεις. Όμως αυτές οι αναλύσεις ξεχνούν την μακρά πορεία της Γιουγκοσλαβίας προς την κατάρρευση, τις εσωτερικές της αντιθέσεις με βάση τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και τελικά την κατάληξη τους. Και εδώ με τον όρο τρόπος παραγωγής δεν εννοούμε μόνο ένα οικονομικό μέγεθος αλλά την ίδια την αναπαραγωγή του κρατικού καπιταλισμού και της ταξικής πάλης μέσα σε αυτόν. Οι περισσότερες αναλύσεις δίνοντας βάση στον εθνικισμό ή στις εξωτερικές επεμβάσεις παραβλέπουν την μακρά πορεία της Γιουγκοσλαβίας προς την διάλυση και τον κυρίαρχο ρόλο που παίζει η ταξική πάλη στην εξέλιξη κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Αδυνατούν να εξηγήσουν για παράδειγμα ότι οι εθνικές εντάσεις μέχρι το 1979 ήταν ουσιαστικά ελάχιστες. Αν οι Γιουγκοσλαβικοί πόλεμοι ήταν όντως πόλεμοι εθνικής συγκρότησης και εθνικής σύγκρουσης θα πρέπει να απαντηθεί τι συγκροτεί και τι αποσυνθέτει μια εθνική κοινότητα, γιατί δηλαδή αυτές οι αφηγήσεις επανεμφανίστηκαν. Τι σημαίνει να “θέλω” έθνος-κράτος.

α.Γενικές τάσεις της Γιουγκοσλαβικής οικονομίας

Η Γιουγκοσλαβία ήταν η παράδοξη υπόθεση πολλών παραγόντων. Συνήθως για παράδειγμα υποτιμάται το ζήτημα της αύξησης του εξωτερικού της χρέους από την δεκαετία του 70 ήδη. Αυτό που αποσιωπάται σταθερά στο Γιουγκοσλαβικό ζήτημα είναι η αντιφατική πορεία της ταξικής πάλης στη Γιουγκοσλαβία. Αυτό γίνεται συνήθως γιατί στη Γιουγκοσλαβία-ως σοσιαλιστική χώρα- θεωρείται η εργατική τάξη σχετικά χειραφετημένη, και η χώρα γενικά και απροσδιόριστα “φιλεργατική”. Ξεχνούν συνεπώς ότι η ταξική πάλη δεν είναι η σύγκρουση δυο κοινωνιολογικά προσδιορισμένων ομάδων αλλά αντιθέτως εμμενές χαρακτηριστικό της χρηματικής σχέσης η οποία δίνει πρόσβαση στο κοινωνικό προϊόν και ταυτόχρονα εμφανίζεται σαν εμπόδιο σε αυτό. Η ταξική πάλη συνεπώς εμφανίζεται ως αντίφαση του ίδιου του χρήματος και η αναπαραγωγή ή όχι των καπιταλιστικών σχέσεων είναι επίσης κομμάτι της ταξικής πάλης στη βάση του κατά πόσο η πάλη προσπαθεί να αποσυνδέσει την πρόσβαση στο κοινωνικό προϊόν από την εργασία και το χρήμα. Τα 8ώρα, οι σταθεροί μισθοί αδιάφορα από την παραγωγικότητα της επιχείρησης ήταν διεκδικήσεις σε αυτή τη λογική.

Στη Γιουγκοσλαβία από το 1965 ήδη λόγω της περιβόητης αυτοδιαχείρισης υπήρχε η δυνατότητα από τους εργάτες να μειώσουν τις ώρες εργασίας, να αποφύγουν σημαντικές επενδύσεις στην παραγωγικότητα και να δώσουν αυξήσεις στους εαυτούς τους. Από το 1965 ήδη στη Γιουγκοσλαβία οι μισθοί τριπλασιάστηκαν. Από το 1968 όπου ο μέσος μισθός σε δολάρια ήταν 88$, το 1979 είχε φτάσει στα 318$. Οι μισθοί αύξαναν γρηγορότερα από την παραγωγικότητα της εργασίας, η κατανάλωση υπηρεσιών και προϊόντων επίσης αυξανόταν ενώ τα Γιουγκοσλαβικά προϊόντα έχαναν την ανταγωνιστικότητα τους στη διεθνή αγορά. Το αρνητικό ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών κατά τη δεκαετία του 70 αυξάνει σταθερά. Από 660 εκ δολάρια το 1969 το 1979 είναι στα 7.225 εκ δολάρια. Αυτή η κατάσταση-σε συνδυασμό με την δυναμική που είχε η εργατική τάξη εντός της Γιουγκοσλαβίας-δημιούργησε μια αλυσιδωτή αντίδραση: το εξωτερικό χρέος αύξανε κατακόρυφα, και μαζί ο πληθωρισμός καθώς και οι πιέσεις των εργατών στους μάνατζερ των αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων για αυξήσεις μισθών που θα ισορροπούσαν τον πληθωρισμό. Έτσι σταθερά το εξωτερικό χρέος από 0.5 το 1970 αυξάνει σε 15 δις δολάρια το 1981. Η πορεία του παραμένει σταθερή μέχρι το 1989. Ταυτόχρονα οι μισθοί διατηρούν ένα σταθερό 5% πάνω από την άνοδο του πληθωρισμού κάθε χρονιά. Επίσης η αύξηση της παραγωγικότητας της αγροοικονομίας παγκοσμίως οδήγησε την Γιουγκοσλαβία μεταξύ άλλων στην εισαγωγή αγροτικών προϊόντων πιο ανταγωνιστικών και φτηνότερων κάτι που προκάλεσε μαζική ανεργία στις αγροτικές περιοχές. Κατά τα 70ς περίπου 2 εκ αγρότες μετακομίζουν από την ύπαιθρο στις πόλεις για να βρουν δουλειά στα ήδη πλήρη εργοστάσια. Το γενικότερο οικονομικό παγκόσμιο κλίμα-η σταδιακή μείωση της παγκόσμιας “αξιακής πίτας”- και η πετρελαϊκή κρίση οδήγησαν την Γιουγκοσλάβικη οικονομία σε μαρασμό, και αδυναμία επανεπεδύσεων. Οι νέοι αγρότες ήταν δύσκολο να βρουν εργασία, οι μισθοί πιέζονταν προς τα κάτω αλλά η ταξική πάλη-η δύναμη των εργατών στα εργοστάσια και γενικά στους θεσμούς- τους κρατούσε σε σχετικά σταθερά επίπεδα. Η ανεργία από 5,5 το 1961 το 1979 φτάνει το 14%. Άμεση συνέπεια το εξωτερικό χρέος αυξάνονταν κατακόρυφα όπως και ο πληθωρισμός. Η διαδικασία του “μέσου ποσοστού κέρδους” πίεσε την Γιουγκοσλαβική οικονομία καθώς ήταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εισαγωγές αγαθών αλλά και καυσίμων τα οποία εισάγονταν σε σκληρό νόμισμα. Η Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση είχε προσπαθήσει το 1978 να ανακόψει αυτή την πορεία επαναφέροντας τον κεντρικό σχεδιασμό στην οικονομία. Όμως η επαναφορά των μέτρων τέτοιου τύπου δεν άλλαξε πολλά καθώς αυτό που επηρέαζε την πορεία της οικονομίας ήταν συνδυαστικά η ταξική πάλη και η τεχνολογία της παραγωγής, παράγοντες που αποτυπώνονταν στους παραγωγικούς δείκτες και την “διεθνή ανταγωνιστικότητα της Γιουγκοσλαβίας” και στο διεθνές οικονομικό κλίμα της ύφεσης.

Η κατάσταση αυτή τελικά οδήγησε τη δεκαετία του 80 στην αντίστροφη πορεία. Αν και οι ονομαστικοί μισθοί συνέχιζαν να αυξάνουν οι πραγματικοί είχαν πέσει σε 20-30$ το μήνα το 1988. Το κόστος ζωής ακριβώς λόγω των πληθωριστικών τάσεων του δηναρίου τη δεκαετία του 80 αυξήθηκε κατά 74,8%. Ο πληθωρισμός ήταν της τάξης το 203%. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της Γιουγκοσλαβικής οικονομίας τη δεκαετία του 80 κατέρρευσαν σε αρνητικά επίπεδα με μικρά διαλείμματα της τάξης του 0,5%. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων με τα μέτρα λιτότητας το 1980 που προσπαθούσαν να συγκρατήσουν την κατάρρευση της οικονομίας-κυρίως περικοπές στην υγεία-τελικά οδήγησαν σε χειρότερα προβλήματα καθώς οδήγησαν σε αδυναμία την εσωτερική αγορά.

β.διά-τοπικές διαφορές.

Παρόλα αυτά θα πρέπει να δούμε και τις επιμέρους τοπικές ανισότητες της οικονομίας στη χώρα. Οι ομόσπονδες δημοκρατίες είχαν διαφορετικούς δείκτες ανάπτυξης εντός των γενικών τάσεων που παραθέσαμε από πάνω. Σε γενικές γραμμές η Σλοβενία, η Κροατία και η Σερβία βρίσκονταν σε προνομιακές θέσεις εντός της Γιουγκοσλαβίας ενώ το Μαυροβούνιο, η Βοσνία και η Μακεδονία ήταν 4 φορές φτωχότερες περιοχές σε σχέση με το μέσο όρο. Η Σλοβενία και η Κροατία, με το 1/3 του συνολικού πληθυσμού της ομοσπονδίας είχαν συγκεντρώσει περίπου το μισό της οικονομικής δραστηριότητας σε αντίθεση με το Μαυροβούνιο, τη Μακεδονία και η Βοσνία που παρέμεναν με τον ίδιο πληθυσμό αρκετά πίσω οικονομικά, με κυρίως αγροτική ανάπτυξη. Καθώς κάθε ομόσπονδη2 οικονομία είχε διαφορετική θέση στον οικονομικό καταμερισμό εργασίας της οικονομίας συνεπώς αντιμετώπιζε και διαφορετικά προβλήματα. Οι υπέρ-βιομηχανοποιημένες Σλοβενία και Κροατία είχαν ελάχιστη αγροτική παραγωγή σε σχέση με το σύνολο και ιδιαίτερα ανεπτυγμένη βιομηχανία τόσο για εξαγωγές όσο και για την εσωτερική αγορά.(συνολικά συγκέντρωναν το 56% της βιομηχανίας της Γιουγκοσλαβίας). Συνεπώς δεν αντιμετώπισαν ιδιαίτερα προβλήματα από την πίεση του αγροτικού πληθυσμού στις πόλεις. Η ανεργία στην Κροατία και την Σλοβενία έμεινε σε σχετικά χαμηλό επίπεδο όλη τη δεκαετία του 80 στην τάξη του 5-6% κατά μέσο όρο ενώ σε άλλες περιοχές όπως το Κόσοβο, το Μαυροβούνιο, και η Βοσνία κατά βάση αγροτικές η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα στην τάξη του 25% και σε μερικές περιπτώσεις έφτασε το 50%(Κόσοβο). Οι παράγοντες αυτοί ήταν σε μέσους όρους στη Σερβία. Η Σερβία είχε και μεγάλη βιομηχανική παραγωγή(περίπου το 34%του συνόλου) και μεγάλη αγροτική παραγωγή(52,6% του συνόλου) ενώ κατά την περίοδο της κρίσης του 80 η ανεργία της ήταν στην κατηγορία των υψηλά άνεργων δημοκρατιών, στην τάξη του 20+%. Επίσης η Σερβία δέχτηκε και τις πιέσεις των ανέργων των γειτονικών αγροτικών χωρών ενώ αποτελούσε πληθυσμιακά το 41% της ομοσπονδίας. Σε γενικές γραμμές η μακροοικονομική κατάσταση της Σερβίας αντικατόπτριζε τις γενικές τάσεις της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας.

Οι εθνικιστικές αφηγήσεις την δεκαετία του 50′ του 60′ και μέχρι τα μέσα του 70′ ήταν σε μεγάλο βαθμό απούσες από τη Γιουγκοσλαβία. Από το 1970 και μετά όμως, που ο πληθωρισμός άρχισε να αυξάνει οι τοπικές αρχές άρχισαν να μειώνουν την οικονομική δραστηριότητα μεταξύ των ομόσπονδων κρατών τα οποία προσπαθούσαν εντός των ορίων που επιβάλλονταν από το Βελιγράδι να διατηρήσουν τοπικό έλεγχο της οικονομίας και σχετικά αυτόνομη εξωτερική πολιτική(αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ήδη στα πλαίσια των αποκεντρωμένων οικονομικών σχεδιασμών οι τοπικές κυβερνήσεις είχαν αυτόνομα τραπεζικά συστήματα από το 1965). Εν απουσία άλλου συνδετικού κρίκου της κοινωνικής αναπαραγωγής από την ομαλή οικονομία, η εθνικιστική αφήγηση γίνεται αυτό που τον αντικαθιστά και ταυτόχρονα αυτό που τον επαναφέρει. Το εμπόριο μεταξύ των δημοκρατιών είχε πέσει στο 20% σε σχέση με τη συνολική εμπορική δραστηριότητα ενώ ταυτόχρονα το φορολογικό σύστημα ήταν ενιαίο. Η Σερβία ιδιαίτερα αποσκοπούσε στο να επιλύσει τα δικά της προβλήματα τόσο μέσω της άντλησης οικονομικών πόρων από τις πλουσιότερες χώρες μέσω της φορολογίας αλλά και την συγκράτηση των αγροτικών αγορών της. Μια συνεχιζόμενη δυσαρέσκιά συγκεντρωνόταν στις πιο εύρωστες οικονομικά ομόσπονδες οντότητες να αποδεσμευτούν από μια προβληματική ομοσπονδία. Αυτός είναι και ο λόγος που τα κίνητρα του πολέμου στην Σλοβενία και την Κροατία ήταν να φύγουν από την ομοσπονδία και στη συνέχεια να κάνουν εθνική εκκαθάριση στο εσωτερικό τους-καθώς οι σέρβικοι πληθυσμοί “ήταν ο εχθρός” και θεωρούταν ότι στο μέλλον θα δημιουργούσαν προβλήματα. Αντιθέτως τα κίνητρα της Σερβίας ήταν να κρατήσει την ομοσπονδία ενωμένη, γιαυτό και οι εθνοκαθάρσεις της έγιναν με έναν παράλληλο πόλεμο που προσπαθούσε με τη βία να κρατήσει τις χώρες εντός . Οι κροατικές εθνοκαθάρσεις είχαν κατά βάση χαρακτήρα εκτοπισμού(βλέπε τον μαζικό εκτοπισμό τουλάχιστον 200.000 σέρβων κατά την “επιχείρηση καταιγίδα” των Κροατών εναντίων των Σέρβων)-χωρίς να λείπουν προφανώς και τα σαδιστικά περιστατικά εκτελέσεων. Από την άλλη οι Σέρβικες εθνοκαθάρσεις-με αποκορύφωμα αυτό της Σρεμπρένιτσα-ακριβώς λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών των επιμέρους εθνικών φαντασιώσεων είχαν βαθιά επιθετικό χαρακτήρα, δεν εκτόπιζαν κυρίως αλλά αποσκοπούσαν στο να σπάσει το ηθικό των αντίπαλων εθνικισμών, των ντόπιων υποστηρικτών τους. Είχαν σαν σκοπό το φόβο, την παράδοση, την διάλυση(πχ βιασμούς γυναικών) των κοινωνικών ιστών των αντιπάλων. Οι Σλοβένοι, οι Κροάτες και οι Βόσνιοι πίστευαν ότι η Σερβία τους “καταπιέζει” ενώ οι Σέρβοι ότι “όλοι άλλοι θέλουν να διαλύσουν τη Γιουγκοσλαβία”. Η μία φαντασίωση εδώ τροφοδοτούσε την άλλη και έτσι και οι δύο εμφανιζόντουσαν σαν αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Αυτές οι φαντασιώσεις ακριβώς δομούσαν την ευρύτερη στρατηγική των επιμέρους μερών που όριζαν τις ευρύτερες στρατηγικές, αλλά κυρίως την συμπεριφορά στο έδαφος. Το μίσος του απλού στρατιώτη κάθε πλευράς στο οποίο δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αναζητούμε εκεί καθαρές «οικονομικές αναγνώσεις». Αντιθέτως ενώ οι καπιταλιστικές σχέσεις πυροδότησαν τη σύγκρουση και συγκρότησαν τις εθνικές φαντασιώσεις, αυτές απέκτησαν-όπως πάντα-μοριακό χαρακτήρα. Διαχέονται μεταξύ των υποκειμένων, και κάθε δολοφονία, κάθε λιντσάρισμα ή βιασμός πυροδοτούν νέες φαντασιώσεις που φαίνεται να λειτουργούν σαν «άμεση απάντηση» στις ενέργειες του καταστατικού «άλλου». Η βία εκεί-στα όρια που της θέτει η γενικότερη στρατηγική αποκτά αυτόνομο χαρακτήρα.

γ.Ταξική πάλη και ιστορική ευθύνη;

Το να κατηγορείται η ταξική πάλη για τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και όχι ο ιμπεριαλισμός είναι μάλλον κάτι εκ πρώτης όψεως παράλογο. Παρόλα αυτά ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει ότι υπάρχει μια σειρά παραμέτρων εδώ. Καταρχάς η ταξική πάλη είναι εμπόδιο και ταυτόχρονα αναπαραγωγή της εδικά καπιταλιστικής ταξικής σχέσης εκμετάλλευσης. Υπό αυτή την έννοια προφανώς και έπραξε ορθά να κρατήσει ψηλά τους μισθούς της σε βαθμό που να φτάσει να προκαλέσει κρίση στον ίδιο τον κρατικό καπιταλισμό της Γιουγκοσλαβίας που να τον φέρει σε σημείο κατάρρευσης.

Από την άλλη όμως η εργατική τάξη ως τάξη είναι πάντα εντός της σχέσης κεφάλαιο και της αφηρημένης δυναμικής της, και σε τελική ανάλυση επικαθορίζεται από αυτήν και την μισθωτή σχέση, αναπαράγεται από αυτήν. Όταν αυτή η σχέση φτάνει σε σημείο κατάρρευσης λόγω ακριβώς των εσωτερικών αντιφάσεων της η εργατική τάξη ως τάξη που ζει, διεκδικεί αλλά και αναπαράγεται εντός της σχέσης κεφάλαιο έχει δύο επιλογές: ή το salto mortale, το ρίσκο της οικοδόμησης δηλαδή κομμουνιστικών σχέσεων αναπαραγωγής ή την οπισθοχώρηση εντός της σχέσης-κεφάλαιο και των εκεί επανακαθορισμό των παραμέτρων. Έναν επανακαθορισμό βίαιο. Εκεί απέτυχε η τάξη στη Γιουγκοσλαβία, στην οικοδόμηση αυτών των νέων σχέσεων. Η οπισθοχώρηση σε αυτή την περίπτωση ήταν κάτι παραπάνω από απλό πισωγύρισμα: ήταν θάνατος σε όλη του την έκταση.

Σε αυτό μεγάλη ευθύνη έχει το ίδιο το σοσιαλιστικό καθεστώς καθώς για μεγάλο διάστημα η θεωρητική ηγεμονία και το πολιτικό/κοινωνικό παράδειγμα που έδινε, θεωρούσε τον κομμουνισμό ως μορφή κράτους, τις κομμουνιστικές σχέσεις μόνο εντός του κράτους, με τη διαμεσολάβηση του χρήματος- και μάλιστα άμεσα σχεδιασμένες και ελέγξιμες από έλλογους δρώντες, είτε αξιωματούχους, είτε εργάτες “αυτοδιαχειριζόμενων επιχειρήσεων”. Το μοναδικό διαφορετικό παράδειγμα-αρνητικά σκιαγραφημένο γενικά-ήταν αυτό της καπιταλιστικής δύσης, πάλι κρατικής, εγχρήματης και “φιλελεύθερης” σε όλη της την έκταση. Κανένας θεωρητικός ή περισσότερο κινηματικός πειραματισμός δεν είχε υπάρξει ως εμπειρία. Αυτή ήταν η θεωρητική, και γνωσιακή κοινωνική δεξαμενή που είχε ο μέσος Γιουγκοσλάβος το 1991 για να οικοδομήσει μια φαντασίωση τόσο ως προς το “ποιο είναι το πρόβλημα” αλλά και “ποια είναι η λύση”. Αυτός ήταν ο γνωσιακός του ορίζοντας η episteme του. Όλα τα θεωρητικά και κοινωνικά παραδείγματα του, όλα τα “πρώτο-ιδεολογικά στοιχεία” ήταν άμεσα βουτηγμένα στον καπιταλιστικό φετιχισμό, σε κάποια μορφή κράτους ή χρηματικής σχέσης. Το μεταβατικό σοσιαλιστικό κράτος αποδείχτηκε το σημαντικότερο εμπόδιο στην ίδια την πολυπόθητη μετάβαση και αυτό είναι κάτι που η αριστερή ιδεολογία δύσκολα-26 χρόνια μετά- το έχει χωνέψει για όλο το σοσιαλιστικό μπλοκ. Η Γιουγκοσλαβία είναι ένα ακόμα παράδειγμα των ιστορικών και πρακτικών ορίων του εργατικού κράτους, του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα αλλά και της εργατικής τάξης ως τάξης που η επανάσταση θα σημάνει την χειραφέτηση ως αναπαραγωγή της. Η επανάσταση είναι αυτοκατάργηση όχι χειραφέτηση. Είναι μια ολική ρήξη με τον κόσμο

Συνέχεια στα μέρη 2 και 3 για μια αποτύπωση των εγκλημάτων των πολέμων της Γιουγκοσλαβίας και μια συνολική κριτική της σχέσης μεταξύ εθνική ιδεολογίας και καπιταλισμού καθώς και κριτική των σύγχρονων αναγνώσεων των γιουγκοσλαβικών γεγονότων.

Παραθέσεις

Για την οικονομική ιστορία της Γιουγκοσλαβίας χρησιμοποιήθηκαν:

Economic reasons for the break-up of Yugoslavia Viachaslau Yarashevich a, * , Yuliya Karneyeva b

The Economy of Tito’s Yugoslavia: Delaying the Inevitable Collapse

Socialist growth revisited: Insights from Yugoslavia Leonard Kukić.

Υποσημειώσεις.

1Οι πύλες της κόλασης είναι ανοιχτές μέρα και νύχτα. Εύκολες στο πέρασμα τους, γλυκές στη κάθοδο τους. Μα για να ξαναβγείς και να δεις τους γαλάζιους ουρανούς. Τούτο είναι σπουδαίος κόπος.-Βιργίλος-Αινειάδα βιβλίο 6ο στ. 128. Όσοι υπερασπίζονται μια υπόθεση βουτηγμένη στο αίμα, χωρίς να προσπαθούν να δουν πέρα από αυτή, χωρίς καν να προσπαθούν να δουν ποια βαθύτερη δυναμική συγκρότησε τις πλευρές και τα στρατόπεδα, μένουν εντός των ερωτημάτων που τους έθεσε η αλλοτριωμένη δυναμική τη ιστορίας. Υπό αυτή την έννοια μένουν εντός του κεφαλαίου και του κόσμου του, μεταχειρίζονται το κόσμο ως δεδομένο και δεν έχουν κανένα μερίδιο στο όραμα της ουτοπίας. Θα πρέπει λοιπόν πριν υπερασπιστούμε μια υπόθεση να λογίζουμε καλά πιο κατώφλι περνάμε. Η επιστροφή είναι δύσκολη.

2Η Γιουγκοσλαβία ήταν ως γνωστόν ομοσπονδιακό κράτος, δηλαδή διάφορες επιμέρους κρατικές οντότητες ενωμένες σε μια μεγαλύτερη κρατική οντότητα. Με τον όρο ομόσπονδη οντότητα εννοούμε εδώ τα επιμέρους κράτη που συναποτελούσαν την ομοσπονδία. Τα κράτη αυτά υπάγονταν όλα στη κεντρική εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης αλλά είχαν και κάποια περιθώρια τοπικής αυτοδιοίκησης και δυνατότητα επηρεασμού της κεντρικής κυβέρνησης. Οι ομόσπονδες οντότητες της Γιουγκοσλαβίας ήταν η Σερβία, η Κροατία, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η Σλοβενία, το Μαυροβούνιο και η Μακεδονία ενώ από το 1978 μέχρι το 1988 πρακτικά ομόσπονδη δημοκρατία ήταν και η περιοχή του Κοσόβου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Πλοήγηση

Αρέσει σε %d bloggers: