Our baba doesn't say fairy tales

anti state communist news from the ex communist states

οι Φίλοι ενός ιδεατού λαού

CAAC4178-6A23-409D-8A2B-B46E8E5DEB72_mw800_mh600_s

Εισαγωγή a ruthless critique-Μετάφραση-Μ.

Δημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο από τη Ρωσική Σοσιαλιστική Κίνηση,με σχετική καθυστέρηση. Το πρόβλημα με το παρόν κείμενο είναι ότι καταλήγει σε πολύ «δημοκρατικές» θέσεις, αν και ίσως νοεί τη δημοκρατία μάλλον με πιο ριζοσπαστικό τρόπο, παρόλα αυτά η κάθε μορφή δημοκρατίας δεν αποτελεί αντίδοτο στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Επίσης  υποφέρει κατά τη γνώμη μας από μια κοινωνιολογική μαρξιστική κριτική η οποία αν και καλύτερη από όσες μέχρι σήμερα έχουμε δει, κινδυνεύει(αν και τελικά οριακά δεν διολισθαίνει εκεί) να ταυτιστεί με μια ανάλυση που συγχέει το επάγγελμα(με κοινωνιολογικούς όρους) ή το κοινωνικό στρώμα με το ταξικό ανήκειν. Αν και προφανώς αυτό παίζει ρόλο το φαινόμενο της τάξης είναι πολύ πιο πολύπλοκο. Όμως θεωρούμε το κείμενο πολύ χρήσιμο καθώς κάνει μια καίρια κριτική στη ρωσική και ουκρανική αριστερά, στο ιστορικό συγκείμενο της μετασοβιετικής εποχής, ενώ θίγει το ζήτημα της αποσύνθεσης της τάξης και της στενής συγγένειας ως περιεχόμενα του αντιΜαϊντάν και του Μαϊντάν.

οι Φίλοι ενός ιδεατού λαού

Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο εμφανίζεται εντυπωσιακή συμφωνία μεταξύ των φιλελευθέρων, των πουτινικών και του λαϊκίστικου τμήματος της ρωσικής αριστεράς.Αυτή η ιδέα σχετίζεται με το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του ρωσικού πληθυσμού εμφανίζεται ως φορέας αριστερών αξιών, αντιτιθέμενων στο πλατύ στρώμα της μεσαίας τάξης και της διανόησης των μεγαλουπόλεων.

Στην αντίθεση μεταξύ «παραγωγικής τάξης» και «ευνοημένων», των λαϊκών τύπων και των χίπστερ,  χτίζεται μια απλουστευμένη οπτική περί των κοινωνικών διεργασιών, χαρακτηριστική τόσο της κυβερνητικής όσο και αντιπολιτευτικής προπαγάνδας. Γύρω από μια τέτοια οπτική, χτίζεται και περιστρέφεται η συζήτηση τέτοιων σύνθετων θεμάτων όπως η εξέγερση στην πλατεία Μπαλότναγια[1]το Μαϊντάν και το αντι-Μαίντάν. Οι διάφορες ιδεολογικές ομάδες διαφέρουν μόνο ως προς τις συμπάθειες και αντιπάθειες στις πλευρές της αντίθεσης.

Αφήνοντας στην άκρη αριστερό-εθνικιστικές φιγούρες, όπως του Κουργκινιάν και του Λιμονόβ, ο πιο γνωστός εκπρόσωπος της «λαϊκίστικης» τάσης στο αριστερό κίνημα είναι ο Μπόρις Καγκαρλίτσκι.

Ο βασικός ζήλος της συγγραφικής του δραστηριότητας είναι να εκθειάσει την σιωπηλή πλειοψηφία(τους εργαζομένους), που είναι όπως λέει οργανικά εχθρική προς την παρασιτική μικρή και μεσαία μπουρζουαζία, η οποία κατά αυτόν αποτέλεσε τον πυρήνα των διαδηλώσεων στην Ρωσία στη Μπαλότναγια το 2011-2012 και στην Ουκρανία το 2013-2014.

Η Ουκρανία στον αντικατοπτρισμό του ρωσικού «λαϊκισμού»

Στο κυρίως άρθρο που δημοσιεύτηκε στην διαδικτυακή σελίδα Rabkor.ru, με τον τίτλο «Αντιμαϊντάν και το μέλλον των διαδηλώσεων«, ο Καγκαρλίτσκι ή το alter ego του(δυστυχώς το υλικό είναι ανυπόγραφο) χαρακτηρίζει τα ουκρανικά γεγονότα ως εξής:

«Τίποτα δεν μαρτυρεί περισσότερο τον ταξικό χαρακτήρα της εξέγερσης που εκτυλίχθηκε στην Ουκρανία, όσο τα δύο πλήθη ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν στις εφτά του Απρίλη στο Χάρκοβο. Στην μία μεριά της πλατείας, κάτω από κυβερνητικές κιτρινογάλαζες σημαίες, στεκόταν η καλοντυμένη, περιποιημένη και ακμάζουσα μεσαία τάξη, η διανόηση και οι φοιτητές. Απέναντί τους, φέροντας κόκκινες σημαίες, ρωσικές τρικολόρε και τις κορδέλες του Αγ. Γεωργίου, μαζεύτηκε ένα φτωχό και άσχημα ντυμένο πλήθος, αποτελούμενο από εργάτες και νέους από τα περίχωρα της πόλεως.»

Το γεγονός ότι ο «αξιόλογος» κοινωνιολόγος αναγκάστηκε να ανατρέξει σε τόσο δημαγωγικές μεθόδους για να στηρίζει την άποψη του, όπως το να κρίνει την ταξική σύνθεση των εξεγερμένων αντιστρέφοντας την παροιμία «δεν είναι τα ράσα που κάνουν τον παπά» (‘άραγε πόση ώρα πέρασε ο Καγκαρλίτσκι με έναν μεγεθυντικό φακό πάνω από τις φωτογραφίες του Ντόνεσκ;) δείχνουν τον καθαρά υποθετικό χαρακτήρα του σχήματός του. Σχολιάζοντας την κοινωνική μορφή του Μαϊντάν, οι περισσότεροι αναλυτές σημειώνουν τις δραματικές αλλαγές που συντελούνταν καθώς αύξανε η ένταση. » Στο Ευρομαϊνταν που έλαβε χώρα από τις 30 νοεμβρίου έως την 1 Δεκεμβρίου[2], σημειώνει ο πολιτικός αναλυτής Βασίλη Στογιάκιν, ήταν οι κάτοικοι του Κιέβου που είχαν το πάνω χέρι και πολλές όψεις του Μαϊντάν αποτελούνταν από σκεπτόμενη νεολαία, με μια ισχνή παρουσία πολιτικών ακτιβιστών. Παρευρέθηκαν πολλοί μαθητές, άνθρωποι με ανώτερη μόρφωση και καλλιτέχνες. Μετά τις 30 νοεμβρίου, όταν ξεκίνησαν οι συγκρούσεις, εμφανίστηκαν-ήρθαν αρκετοί ανειδίκευτοι εργάτες-χειρώνακτες, προερχόμενοι, κυρίως, από δυτικές περιοχές.»

Κατά την άποψη του Βάντιμ Καράσιεβ, διευθυντή του Ινστιτούτου της Διεθνούς στρατηγικής, όπως ειπώθηκε στα τέλη του Ιανουαρίου, » Την πλειονότητα του Ευρομαϊνταν την απαρτίζουν άντρες της ηλικίας μεταξύ των 35-45 χρόνων «νέοι και εξαγριωμένοι» συχνά-κυρίως άνεργοι. […] Πιστεύω ότι είναι λάθος να αποκαλούμε το Μαϊντάν εξέγερση των από τα κάτω, όπως και εξέγερση της μεσαίας τάξης· είναι το Μαϊντάν όλων των δυσαρεστημένων ανθρώπων, που είχαν την δυνατότητα να φτάσουν μέχρι το Κίεβο- που είχαν πρόσβαση στο Κίεβο.» Σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη στα μέσα Δεκεμβρίου από το ίδρυμα «Ίλκο Κουτσέριβ Δημοκρατική Πρωτοβουλία» ένας στους πέντε ακτιβιστές του Μαϊντάν ήταν κάτοικος του Λβίβ[3], περίπου το ένα τρίτο προερχόταν από τις κεντρικές περιοχές της Ουκρανίας, ένας στους δέκα ήταν από την περιοχή του Κιέβου και περίπου το 20% προερχόταν από τα νότιο-ανατολικά της χώρας.

Ανάμεσα στους συμμετέχοντες στην εξέγερση,  που έχασαν την ζωή τους το 61% (τα δύο τρίτα!) προέρχονταν από χωριά και κωμοπόλεις της κεντρικής και δυτικής Ουκρανίας. Όπως αναφέρουν ο πολιτολόγος Ρινάτ Πατγιέεφ και ο Νικολάι Προτσένκο αναπληρωτής εκδότης του περιοδικού «Έξπερτ-Γιούγκ» «Ανάμεσα στα θύματα βλέπουμε έναν μεγάλο αριθμό χωρικών, συμπεριλαμβανομένου νεαρών υποπρολετάριων […] Από την άλλη, φαίνεται να υπάρχουν μέσα σε αυτούς και αρκετοί που το επάγγελμα τους είναι περισσότερο διανοητικό παρά χειρωνακτικό: προγραμματιστές, δημοσιογράφοι, ζωγράφοι, αρκετοί δάσκαλοι και καθηγητές πανεπιστημίου, άνθρωποι του θεάτρου, όπως και ένας αριθμός μαθητών.» Χρησιμοποιώντας την λέξη «υποπρολετάριοι» οι αρθρογράφοι εννοούν κυρίως εποχιακά εργαζομένους «που διαβιώνουν με τα χρήματα που απέκτησαν στο εξωτερικό». Άραγε όλο αυτό δεν απέχει αρκετά από την εικόνα της «καλοντυμένης, περιποιημένης και ακμάζουσας μεσαίας τάξης» που περιγράφεται από τον αρθρογράφο του Rabkor.ru; Δεν θα ήταν προτιμότερο να μιλήσουμε σχετικά με την κλασική για την επαναστατική περίοδο εικόνα, όταν ειρηνικές διαδηλώσεις των φοιτητών και της διανόησης εξελίσσονταν σε εξεγέρσεις των πιο υποτιμημένων κομματιών της εργατικής τάξης (τους οποίους για κάποιο λόγο δεν απέτρεψαν από το να εμπλακούν σε διαμάχες ούτε οι φιλελεύθεροι, ούτε οι «χίπστερς»).

Ως χαρακτηριστικό του ταξικού χαρακτήρα του αντι-Μαϊντάν ο αρθρογράφος δεν παραθέτει άλλα επιχειρήματα, εκτός από την παράθεση ενός » σύντομου κείμενου της διακήρυξης της Δημοκρατίας του Ντόνετσκ» το οποίο «αναφέρει όρους σχετικά με την συλλογική ιδιοκτησία, την ισότητα και το κοινό συμφέρον.» Παρόλα αυτά πολλοί παρατηρητές διαπίστωσαν την αύξηση των αντιολιγαρχικών και αντικυβερνητικών αισθημάτων στο Μαϊντάν. Ο δημοσιογράφος και αριστερός ακτιβιστής Ιγκόρ Ντμίτριεβ παραθέτει ένα μανιφέστο από τους ακτιβιστές της Δύναμης Αυτοπροστασίας του Μαϊντάν: «Η νέα κυβέρνηση της Ουκρανίας, που αναδείχθηκε στηριζόμενη στις πλάτες του Μαϊντάν, προσποιείται ότι το Μαϊντάν δεν υπάρχει. Δεν αγωνιζόμασταν για τις θέσεις της Τιμοσένκο, του Κολομόισκι, του Παρούμπι, του Αβάκοβ και των άλλων. Εμείς αγωνιζόμασταν για να γίνουν όλοι οι κάτοικοι της πόλης «αφεντικά του εαυτού τους»· Ο κάθε ένας από εμάς και όχι μερικοί δεκάδες «αντιπρόσωποι». Το Μαϊντάν δεν θεωρεί ότι πέτυχε τον στόχο για ΄χάρη του οποίου πέθαναν τα αδέρφια μας.»(πρόκειται για ανακοίνωση που εκδόθηκε στα μέσα Μαρτίου, μετά το πέρας των διαδηλώσεων από μια μικρή πρωτοβουλία φιλελεύθερων διαδηλωτών που συμμετείχαν στο Μαϊντάν, αν και ολιγομελής είναι μάλλον ενδεικτική του κλίματος που επικρατούσε τότε, η φράση «αφεντικά του εαυτού μας, είναι χαρακτηριστική της φιλελεύθερης οπτικής)

Το Μαϊντάν και το αντι-Μαϊντάν, διαθέτουν κοινή κοινωνική σύσταση και πυρήνα, υιοθετούν τις ίδιες μεθόδους και πάσχουν από τις ίδιες εθνικιστικές ασθένειες, μοιάζουν σαν δίδυμα αδέρφια που χωρίστηκαν και στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου από τις κυρίαρχες ελίτ και τους διανοούμενους που τις υπηρετούν. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να χαλκεύσουμε τα δεδομένα, στριμώχνοντάς τα σε ένα προκαθορισμένο σχήμα που έχει στηριχτεί πάνω σε μία βάση εντελώς διαφορετικών γεγονότων, τα οποία διεξήχθησαν σε μία άλλη χώρα.

Είναι άραγε αριστερή η ρωσική κοινωνία;

Αλλά ας επιστρέψουμε στην Ρωσία να δούμε αν η «λαϊκιστική» υπόθεση λειτουργεί και εδώ. Μπορούμε άραγε να μιλάμε για «αριστερή πλειοψηφία του ρωσικού λαού» αγνοώντας τις πορείες της μεσαίας αστικής τάξης;

Η γνώμη αυτή είναι κοινή μέσα σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της αριστεράς, αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις να υποστηρίξουν αυτήν την άποψη. Ο δύστυχος Καγκαρλίτσκι είναι συνεχώς αναγκασμένος να προστρέχει σε αφαιρέσεις. Για παράδειγμα ο Μπόρις Γιούλγιεβιτς, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών της Μόσχας το 2013, τις χαρακτήρισε ως «νίκη για όσους δεν συμμετείχαν στην εκλογική διαδικασία»(καθώς η αποχή ήταν το μεγαλύτερο ποσοστό), η οποία εξ ορισμού θεωρεί ως απόδειξη ότι το εκλογικό σώμα είναι αριστερό. Με αυτήν την λογική προκύπτει, για παράδειγμα, ότι η απουσία μαζικών διαδηλώσεων ενάντια στις φορολογούμενες ιατρικές υπηρεσίες πρέπει να είναι δηλωτική του θριάμβου των νεοφιλελεύθερων ιδεών στις μάζες της εργατικής τάξης.

Σίγουρα στην σημερινή Ρωσία τα αγάλματα του Λένιν δεν γκρεμίζονται τόσο συχνά και τα φερέφωνα του Κρεμλίνου δανείζονται άνετα μοτίβα από την σοβιετική μυθολογία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας είναι ακόμη το ισχυρότερο αντιπολιτευόμενο κόμμα (αλλά είναι αριστερό;) και η Σοβιετική Ένωση έχει μείνει στην μνήμη πολλών ως σημείο αναφοράς της κυβερνητικής και οικονομικής δύναμης. Αλλά είναι όλα αυτά επαρκείς ενδείξεις του αριστερισμού με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τον αντιλαμβάνεται ο αρθρογράφος που θεωρεί τον εαυτό του μαρξιστή;

Για να απαντήσουμε σε αυτήν την ερώτηση, πρέπει πρώτα να θέσουμε άλλα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα και την επικράτηση της πρακτικής της αυτοοργάνωσης και της συλλογικής δράσης στους χώρους εργασίας. Η στατιστική για τις εργατικές διαμάχες, δημοσιευμένη τακτικά από το Κέντρο για τα Εργατικά και Κοινωνικά δικαιώματα, δεν προκαλεί εντύπωση. Λιγότερο ενδιαφέρουσα εμφανίζεται η στατιστική που αφορά τις απεργίες. Ο αριθμός και η δύναμη των οργανισμών και των εργατικών σωματείων είναι αμελητέος και επιπλέον οι σπάνιες περιπτώσεις επιτυχημένης εξέλιξης των εργατικών σωματείων είναι συχνότερες σε επιχειρήσεις που ανήκουν σε πολυεθνικές αλυσίδες όπου οι εργοστασιακές σχέσεις αναλογούν με τα δυτικά πρότυπα. Οι ακτιβιστές σε τέτοια συνδικάτα, όπως το Διαεπαρχιακό συνδικάτο εργατών στις αυτοκινητοβιομηχανίες (που αρνείται την πατερναλιστική ιδεολογία των παραδοσιακών συνδικαλιστικών ενώσεων της χώρας) είναι αναγκασμένοι να καταφεύγουν σε μεταφρασμένα εγχειρίδια ξένων συντρόφων, που αφορούν την οργάνωση και την εμπειρία και όχι στον στείρο κολλεκτιβισμό ή στα απομεινάρια της σοβιετικής νοοτροπίας.

Τα παραπάνω ισχύουν για όλους τους τύπους των εθελοντικών ενώσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν έναν μικρό αριθμό Ρώσων. Αν οι ρώσοι λαϊκιστές στα τέλη του 19ου αιώνα μπορούσαν να κάνουν έκκληση στους αγρότες, στους εργατικούς και αγροτικούς συνεταιρισμούς και στις διακοινοτικές ενώσεις[4] που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή, οι λαϊκιστές των αρχών του 21ου αιώνα επιχειρούν να παρουσιάσουν ως φορέα αριστερών αξιών μια κοινωνία, η οποία δεν έχει τίποτα άλλο κοινό μεταξύ της, πέρα από την κυβερνητική εξουσία και την πυρηνική οικογένεια.

Ως τυπική εξήγηση για την αποτυχία της εξέγερσης στην πλατεία Μπολότναγια επικαλείται συνήθως η έλλειψη «κοινωνικών αιτημάτων» στις πορείες, αναφερόμενοι σε σλόγκαν σχετιζόμενα με την υπεράσπιση των φτωχών, την πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες, τις χαμηλές τιμές, και αύξηση των μισθών και των συντάξεων. Αλλά αυτά τα αιτήματα είναι τα στάνταρ που πάνω-κάτω υπόσχονται όλα τα ρωσικά κόμματα και οι πολιτικοί, από το κόμμα της «Ενωμένης Ρωσίας» του Πούτιν έως τον Προχόροβ και τον Ναβάλνι. Αυτά τα αιτήματα ακούστηκαν βέβαια και στην πλατεία Μπολότναγια. Αυτή η κοινωνική ρητορική παραδόξως, αν και εξυπηρέτησε επιτυχώς τις αρχές και τα κυρίαρχα αντιπολιτευόμενα κόμματα(πχ του Πούτιν), όμως δεν έχει καμία απολύτως επίδραση στις μάζες όταν λέγεται και χρησιμοποιείται από ριζοσπάστες αριστερούς. Συνεχώς ως αριστεροί βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα παράδοξο: οι δημοσκοπήσεις δείχνουν την συνεχή ανησυχία του κοινού για την φτώχεια, την οικονομική ανισότητα, την ανεργία, τις υψηλές τιμές κ.τ.λ., αλλά δεν παρατηρείται καμία σημαντική-αξιόλογη διαμαρτυρία ή σημαντική επίδραση από αριστερές δυνάμεις και εργατικά συνδικάτα. Φαινομενικά η εξήγηση αυτού του φαινομένου έγκειται στο γεγονός ότι ένα διόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι του πληθυσμού εναποθέτει τις ελπίδες του όχι στην τακτική της αλληλεγγύης και της συλλογικής δράσης, αλλά στην στήριξη της ισχυρής, πατερναλιστικής, κυβερνητικής εξουσίας. Με την διακήρυξη των κοινωνικών του παροχών και των «υποχρεώσεων του προς την κοινωνία» το Κρεμλίνο ζητά άτυπα την πίστη του κόσμου σε αυτό, εκεί ανιχνεύεται και ο πυρήνας της πολιτικής του σταθερότητας.

Αριστεροί σε μια δεξιά κοινωνία

Τελικά, πρέπει να θεωρήσουμε τις νοσταλγικές μνήμες της Σοβιετικής ένωσης των απλών ανθρώπων κατά την περίοδο της στασιμότητας(ΣτΜ εννοεί κυρίως την περίοδο Μπρέζνιεφ) ως δήλωση ενός «αριστερισμού» και την άρνηση του δυτικού τρόπου ζωής και την αδιαφορία προς τις δημοκρατικές ελευθερίες ως δείκτη μιας αντι-αστικής οπτικής του κόσμου; Σύμφωνα με την διαστρεβλωμένη λογική των «λαϊκιστών», οι οποίοι έχουν αποκηρύξει την πλειοψηφία των δημοκρατικών αιτημάτων ως ασύνδετα-άσχετα με την ταξική πάλη και, επομένως, ανάξια προσοχής, έτσι είναι. Αντί να αποδέχονται το προφανές δεδομένο, ότι οι προλετάριοι χρειάζονται περισσότερη και πιο ριζική δημοκρατία, απ’ ότι η μεσαία τάξη και ότι οι εξεγέρσεις των φοιτητών και της διανόησης έχουν την δυνατότητα να ανοίξουν τον δρόμο προς την εξέγερση των κατώτερων τάξεων, θεωρητικοί όπως ο Καγκαρλίτσκι προσπαθούν να χρωματίσουν κόκκινο τον τυπικό συντηρητισμό.

Κρυφά ή ανοιχτά προβάλλεται ότι οι εργάτες μπορούν με κάποιο τρόπο να αποκτήσουν εργατική συνείδηση κάτω από ένα αντιδραστικό καθεστώς, χωρίς να έρθουν σε ρήξη με τις πατερναλιστικές ιδεολογίες αυτού του καθεστώτος και χωρίς να υπερασπίζονται την μάχη υπέρ αυτών των βασικών πολιτικών δικαιωμάτων που οι εργάτες στην δύση διεκδίκησαν με κόστος μία διαρκή και αιματηρή μάχη.

Είναι καιρός να αναγνωρίσουμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία πολύ πιο δεξιά απ’ ότι πολλές άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες και ακόμη και την Αμερική. Αυτό που οι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί δεξιοί ριζοσπάστες μπορούσαν να συλλάβουν μόνο στην φαντασία τους έχει γίνει πραγματικότητα στην μετά-σοβιετική Ρωσία μέσα σε ένα απρόσμενα σύντομο χρονικό διάστημα και με μια εξαιρετική πληρότητα. Η Σοβιετική παρακαταθήκη(ή, πιο ορθά, οι αντιδραστικές μορφές του σοβιετικού κοινωνικού μοντέλου) δεν φάνηκαν να λειτουργούν ως αντίδοτο στην αστική στενομυαλιά, αλλά περισσότερο ως ένα υπερβολικά κατάλληλα γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη μιας παράξενης καπιταλιστικής κοινωνίας που είναι ταυτόχρονα ατομιστική και ενάντια σε κάθε διαφορετικότητα, κυνική και εύκολα χειραγωγήσιμη, παραδοσιακή και ταυτόχρονα στερημένη από αυθεντικές ρίζες. Και εμείς οι αριστερούλιδες πρέπει να μάθουμε να είμαστε επαναστάτες σε αυτήν την κοινωνία, και όχι οι εκούσιοι ή ακούσιοι απολογητές της.

Ιβάν Οφσγιανίκοφ, Ρωσική σοσιαλιστική Κίνηση – 20 Απριλίου 2014.

[1] Οι πορείες της πλατείας Μπολότναγια, το 2010-2012 μετά την επανεκλογή του Πούτιν. Πολύς κόσμος βγήκε στο δρόμο να διαμαρτυρηθεί με αιτήματα για νοθεία των εκλογών, για έλλειμμα δημοκρατίας και παραβίαση δικαιωμάτων στη Ρωσία. Η τροπές πήραν μορφή συγκρούσεων σώμα με σώμα και τελικά πολύ διαδηλωτές συνελήφθησαν και βρίσκονται ακόμα στη φυλακή. Ακόμα και σήμερα θεωρείται ορόσημο στην πολιτική ιστορία της πουτινικής περιόδου και είναι ότι πιο κοντινό έχουμε δει στις «δυτικές» πλατείες. Πέρα από τους αναρχικούς, αυτά τα γεγονότα αυτά αποτέλεσαν επίσης και τη γέννηση μιας αστικής αριστερίζουσας νεολαιίστικης λογικής στη Ρωσία που ζητά επέκταση της δημοκρατίας, χαρακτηριστικό παράδειγμα οι pussy riot.

[2]Μιλάει για τις πρώτες μέρες του Μαϊντάν, πριν πάρει τη στρατιωτικοποιημένη μορφή´η που πήρε μετά, όταν ακόμα αρχικά αποτελούταν από φοιτητές και φιλελεύθερες πρωτοβουλίες.

[3]Στα μέσα Δεκεμβρίου είχε ήδη έρθει στην πλατεία το Σβομπόντα, το οποίο έχει μεγάλη οργανωτική βάση στη Λβοβ. Λογικά αυτό προκύπτει από τον μεγάλο αριθμό ακροδεξιών που ήρθαν από αυτή τη δυτική πόλη προς το Μαϊντάν τότε.

[4]Πρόκειται για τις «ζεμλίατσεστβο» ένα είδος παραδοσιακών διακοινοτικών συγγενικών δικτύων αλληλοβοήθειας τα οποία αποτέλεσαν στη Ρωσία αλλά και στη Ουκρανία σημαντικό επιταχυντή της διάχυσης και της στήριξης των επαναστατικών ιδεών.

πηγή

Advertisements

One comment on “οι Φίλοι ενός ιδεατού λαού

  1. Παράθεμα: Οι ιθύνοντες της δημοκρατίας του Ντόνετσκ | Terra Libera

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Πλοήγηση

Αρέσει σε %d bloggers: